
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Ο Ιμπραήμ στο Μεσολόγγι — Όταν η πολιορκία άλλαξε πρόσωπο
Ο Δεκέμβριος του 1825 είχε φέρει μαζί του έναν διαφορετικό άνεμο στον Πατραϊκό και τις λιμνοθάλασσες της Αιτωλοακαρνανίας. Από την απέναντι πλευρά του νερού, πέρα από τις χαμηλές ακτές και τα χειμωνιάτικα τοπία, άρχισαν να φαίνονται οι κινήσεις ενός στρατού που δεν έμοιαζε με εκείνους που οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου είχαν αντιμετωπίσει μέχρι τότε.
Δεν ήταν πια μόνο η αριθμητική υπεροχή του εχθρού που προκαλούσε ανησυχία. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο οργανωνόταν.
Ο Ιμπραήμ Πασάς είχε ήδη αποκτήσει στην Πελοπόννησο τη φήμη ενός διοικητή που μπορούσε να κινεί μεγάλες δυνάμεις με πειθαρχία και επιμονή. Ο στρατός που έφερνε μαζί του είχε διαφορετική οργάνωση από τα περισσότερα άτακτα σώματα που κυριαρχούσαν μέχρι τότε στα πεδία των μαχών της Επανάστασης. Μαζί του υπήρχαν πυροβόλα, όλμοι, εφόδια και στελέχη εκπαιδευμένα σε ευρωπαϊκές στρατιωτικές μεθόδους. Οι πηγές αναφέρουν ότι η δύναμη που έφτασε στην περιοχή περιλάμβανε χιλιάδες τακτικούς και άτακτους στρατιώτες, ενώ η παρουσία πυροβολικού ενίσχυε ακόμη περισσότερο την επιθετική της ικανότητα.
Στις 12 Δεκεμβρίου 1825, οι αιγυπτιακές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στο Κρυονέρι. Από εκεί άρχισε η κίνηση προς την περιοχή του Μεσολογγίου. Λίγες ημέρες αργότερα, η παρουσία τους μπροστά στην πόλη δεν αποτελούσε πλέον απειλή που θα ερχόταν κάποτε. Ήταν πραγματικότητα.
Για τους ανθρώπους που βρίσκονταν πάνω στα τείχη, η εικόνα πρέπει να ήταν εντυπωσιακή.
Στην επίπεδη γη γύρω από την πόλη, όπου ο ορίζοντας δεν προσφέρει εύκολα φυσικά εμπόδια, κάθε νέα κίνηση μπορούσε να παρατηρηθεί από μακριά. Στρατιώτες, ζώα μεταφοράς, πυροβόλα, σκηνές και υλικά άρχισαν να σχηματίζουν ένα νέο στρατόπεδο. Η πολιορκία αποκτούσε μια νέα γεωμετρία.
Μέχρι τότε, η πόλη είχε μάθει να αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως μια καθημερινή δοκιμασία. Τώρα έπρεπε να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο που ερχόταν αποφασισμένος να οργανώσει την τελική φάση της επιχείρησης.
Ένας στρατός με διαφορετική λογική
Η δύναμη του Ιμπραήμ δεν βρισκόταν μόνο στους αριθμούς.
Η αιγυπτιακή στρατιωτική μηχανή είχε οικοδομηθεί μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η εκπαίδευση, η πειθαρχία και η χρήση οργανωμένων μονάδων είχαν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Ο Μοχάμετ Άλι της Αιγύπτου είχε δημιουργήσει έναν στρατό που, παρά τις ιδιαιτερότητες και τα προβλήματά του, διέθετε σημαντική εμπειρία από προηγούμενες επιχειρήσεις.
Αυτό ακριβώς ήταν που έκανε την άφιξη του Ιμπραήμ τόσο σημαντική.
Ο πόλεμος μπροστά στο Μεσολόγγι δεν θα κρινόταν πλέον μόνο από την τόλμη μιας επίθεσης ή την αντοχή ενός τείχους. Θα κρινόταν από την ικανότητα του επιτιθέμενου να συνδυάσει πυροβολικό, πεζικό, μηχανική υποστήριξη, ανεφοδιασμό και έλεγχο των δρόμων και των υδάτινων περασμάτων.
Για τους πολιορκημένους, αυτό σήμαινε ότι κάθε ημέρα που περνούσε είχε πλέον μεγαλύτερο βάρος.Ο εχθρός δεν χρειαζόταν να καταλάβει αμέσως την πόλη.
Χρειαζόταν να την κάνει να μην μπορεί να επιβιώσει.
Και αυτό ήταν ένα σχέδιο πολύ διαφορετικό από μια απλή έφοδο στα τείχη.
Η λιμνοθάλασσα γίνεται πεδίο μάχης
Γύρω από το Μεσολόγγι απλωνόταν ένας κόσμος που στους χάρτες έμοιαζε επίπεδος και ήσυχος, στην πραγματικότητα όμως αποτελούσε ένα πολύπλοκο δίκτυο νερού, νησίδων, αβαθών περασμάτων και καναλιών.
Για τους Μεσολογγίτες, αυτό το τοπίο ήταν γνωστό από γενιά σε γενιά.
Ήξεραν πού μπορούσε να κινηθεί μια μικρή βάρκα. Ήξεραν τα ρηχά νερά, τα περάσματα και τις αλλαγές του καιρού. Ήξεραν πώς μπορούσε μια μικρή δύναμη να κινηθεί γρήγορα μέσα σε έναν χώρο όπου ένας μεγάλος στρατός δυσκολευόταν να κινηθεί.
Για τον επιτιθέμενο όμως, η λιμνοθάλασσα ήταν ένα πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί.
Η κατάληψη των νησίδων και ο περιορισμός των θαλάσσιων επικοινωνιών θα μπορούσαν να μετατρέψουν τη λιμνοθάλασσα από δρόμο ανεφοδιασμού σε παγίδα. Η στρατηγική αυτή θα αποκτούσε τεράστια σημασία τους επόμενους μήνες.Έτσι, το νερό γύρω από το Μεσολόγγι άρχισε να αποκτά την ίδια στρατηγική σημασία με τη γη.
Και αυτό ήταν κάτι που οι υπερασπιστές γνώριζαν πολύ καλά.
Η πόλη παρακολουθεί
Κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει με ακρίβεια τι σχεδίαζε ο νέος διοικητής. Όμως μπορούσαν να βλέπουν τις προετοιμασίες.
Κάθε νέο κανόνι που έπαιρνε θέση έξω από την πόλη ήταν μια υπενθύμιση ότι ο αντίπαλος μετρούσε πλέον όχι μόνο ανθρώπους αλλά και αποστάσεις.
Οι υπερασπιστές γνώριζαν ότι τα τείχη δεν ήταν άτρωτα.
Τα τείχη της εποχής μπορούσαν να αντέξουν πυρά, αλλά μπορούσαν επίσης να καταστραφούν. Μια συνεχής βολή πυροβολικού μπορούσε να δημιουργήσει ρήγματα, να καταστρέψει θέσεις άμυνας και να μετατρέψει ένα οχυρό σε σωρό από πέτρες.
Γι' αυτό η άμυνα δεν μπορούσε να βασιστεί αποκλειστικά στην πέτρα.
Χρειαζόταν ανθρώπους.
Χρειαζόταν επισκευές.
Χρειαζόταν σκοπιές.
Χρειαζόταν πυρομαχικά.
Και πάνω απ' όλα, χρειαζόταν χρόνο.
Ο χρόνος όμως ήταν ακριβώς αυτό που ο αντίπαλος προσπαθούσε να αφαιρέσει από την πόλη.
Η νέα φάση της πολιορκίας
Με την ενίσχυση των πολιορκητών, η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου μπήκε σε μια νέα φάση. Οι σύγχρονες ιστορικές εκδόσεις και οι μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την πολιορκία επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε αυτή τη μετάβαση μέσα από τις καθημερινές λεπτομέρειες της ζωής στην πόλη. Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα απομνημονεύματα του Αρτέμιου Μίχου, ο οποίος βρέθηκε στο Μεσολόγγι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και κατέγραψε πρόσωπα, γεγονότα και συνθήκες της εποχής.
Από εδώ και πέρα, η ιστορία δεν θα εξελισσόταν μόνο στα τείχη.Θα εξελισσόταν στις νησίδες.
Στα περάσματα.
Στις βάρκες.
Στα χαρακώματα.
Στις νυχτερινές κινήσεις.
Στις προσπάθειες να φτάσει τροφή και πυρομαχικά στην πόλη.
Και κάθε μία από αυτές τις μικρές μάχες θα είχε έναν κοινό στόχο: ποιος θα ελέγχει τον χώρο γύρω από το Μεσολόγγι.
Ο Ιμπραήμ δεν είχε έρθει για να περιμένει.
Είχε έρθει για να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο διεξαγόταν η πολιορκία.
Και το πρώτο μεγάλο ερώτημα ήταν αν η πόλη θα προλάβαινε να προσαρμοστεί.
Η ύπαιθρος ανάμεσα στους δύο στρατούς
Όμως ο πόλεμος δεν σταματούσε στα τείχη.
Γύρω από το Μεσολόγγι υπήρχαν χωριά, αγροτικές εκτάσεις, καλλιέργειες, κοπάδια και μικρές παραγωγικές μονάδες που αποτελούσαν μέρος της οικονομίας της περιοχής. Η ύπαιθρος ήταν η αθέατη βάση πάνω στην οποία στηριζόταν η ζωή της πόλης.
Και μέσα σε αυτή την ύπαιθρο υπήρχαν και οι κυψέλες.Για τον σημερινό παρατηρητή, ένα μελίσσι μπορεί να φαίνεται ένα μικρό, σχεδόν ασήμαντο κομμάτι της αγροτικής οικονομίας. Για μια κοινωνία όμως που ζούσε πολύ περισσότερο από τη γη και τα ζώα της, το μέλι, το κερί και τα προϊόντα της κυψέλης είχαν πραγματική αξία.
Το κερί μπορούσε να γίνει φως.
Το μέλι μπορούσε να γίνει τροφή.
Και η ίδια η κυψέλη ήταν μια μικρή παραγωγική μονάδα που απαιτούσε φροντίδα, χώρο και ασφάλεια.
Όταν ένας στρατός περνούσε από την ύπαιθρο, δεν περνούσε μόνο πάνω από δρόμους.
Περνούσε πάνω από έναν ολόκληρο παραγωγικό κόσμο.
Καλλιέργειες μπορούσαν να καταστραφούν. Ζώα μπορούσαν να χαθούν. Αποθήκες μπορούσαν να λεηλατηθούν. Και οι κυψέλες, αν έμεναν εγκαταλειμμένες ή καταστρέφονταν, σήμαιναν απώλεια παραγωγής που δεν μπορούσε να αναπληρωθεί μέσα σε λίγες ημέρες.
Η Επανάσταση δεν άλλαζε μόνο τα σύνορα των στρατών.
Άλλαζε και το ίδιο το αγροτικό τοπίο.
Γνωρίζατε ότι…
Ο Ιμπραήμ Πασάς δεν ήταν ένας απλός τοπικός διοικητής που στάλθηκε να ενισχύσει μια πολιορκία. Ήταν ο γιος του Μοχάμετ Άλι της Αιγύπτου και είχε ήδη αποκτήσει σημαντική στρατιωτική εμπειρία. Η επέμβασή του στην Ελληνική Επανάσταση είχε αρχίσει νωρίτερα, με την εκστρατεία στην Πελοπόννησο, και η μετακίνησή του προς το Μεσολόγγι αποτέλεσε μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας των Οθωμανών να τερματίσουν την αντίσταση στη δυτική Ελλάδα.
Το Χρονικό της Κυψέλης
Βρίσκεται στη συνεργασία.
Καθεμία έχει τον ρόλο της. Άλλες φροντίζουν τον γόνο, άλλες καθαρίζουν, άλλες φρουρούν, άλλες συλλέγουν και άλλες μεταφέρουν την τροφή. Όταν το περιβάλλον αλλάζει, ολόκληρη η αποικία προσαρμόζεται.
Το Μεσολόγγι βρισκόταν τώρα μπροστά σε μια παρόμοια δοκιμασία.
Ο αντίπαλος είχε αλλάξει.
Η πολιορκία είχε αλλάξει.
Και η πόλη έπρεπε να αλλάξει μαζί τους.
Μπροστά της δεν βρισκόταν πλέον μόνο ένας στρατός.
Βρισκόταν μια οργανωμένη πολεμική μηχανή που είχε έρθει αποφασισμένη να κλείσει κάθε δρόμο προς την επιβίωση.
Στις όχθες της λιμνοθάλασσας, κάτω από τον χειμωνιάτικο ουρανό, το Μεσολόγγι εξακολουθούσε να αντιστέκεται.
Αλλά το πραγματικό παιχνίδι μόλις άρχιζε.
Και σύντομα, οι μικρές νησίδες γύρω από την πόλη θα γίνονταν τα πιο αιματηρά σημεία ενός πολέμου που θα έκρινε την τύχη της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21
«Φράχτη εσείς; Φράχτη κι εγώ!»
Η λιμνοθάλασσα γίνεται όπλο

Το Μεσολόγγι είχε έναν φράχτη.
Δεν ήταν ένας απλός τοίχος από χώμα και πέτρα. Ήταν η γραμμή που χώριζε την πόλη από τον στρατό που επί μήνες προσπαθούσε να την καταλάβει. Πίσω του βρίσκονταν οι οικογένειες, τα σπίτια, οι εκκλησίες, τα κανόνια και οι άνθρωποι που είχαν αποφασίσει να μην παραδώσουν την πόλη.
Μπροστά του βρισκόταν ένας στρατός.
Και ανάμεσα στους δύο, μια ιστορία που είχε ήδη κρατήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμεναν πολλοί.
Όμως γύρω από τον φραχτή υπήρχε κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Το νερό.
Η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου δεν ήταν απλώς το τοπίο που περιέβαλλε την πόλη. Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος. Ήταν δρόμος, τροφή, καταφύγιο, φυσικό εμπόδιο και τρόπος επικοινωνίας. Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί γνώριζαν το νερό όπως άλλοι γνώριζαν τα μονοπάτια των βουνών.
Και τώρα αυτός ο κόσμος γινόταν το επόμενο πεδίο της πολιορκίας.
Η ιστορία που έμεινε στη μνήμη
Λέγεται πως, καθώς η πόλη εξακολουθούσε να αντέχει και ο φραχτής της δεν έπεφτε, ο Ιμπραήμ παρατηρούσε το οχυρωματικό έργο που στεκόταν μπροστά του.
Ο δρόμος προς την πόλη ήταν κλειστός.
Ο στρατός μπορούσε να επιτεθεί, μπορούσε να βομβαρδίσει, μπορούσε να πιέσει, αλλά ο φραχτής εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί.
Και σύμφωνα με την παράδοση, τότε γεννήθηκε μια διαφορετική σκέψη.
Αν δεν μπορούσε να περάσει τον φραχτή του Μεσολογγίου, θα δημιουργούσε έναν δικό του φραγμό.
Όχι στη στεριά.
Στη θάλασσα.
Η τοπική παράδοση θέλει τον Ιμπραήμ να συλλαμβάνει την ιδέα να τοποθετηθούν πάσσαλοι μέσα στη λιμνοθάλασσα, ο ένας δίπλα στον άλλο, δημιουργώντας ένα είδος φράγματος στα περάσματα του νερού.Και έτσι, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, γεννήθηκε η περίφημη φράση:
«Φράχτη εσείς; Φράχτη κι εγώ!»
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν τα λόγια ειπώθηκαν ακριβώς έτσι. Η φράση ανήκει στην τοπική προφορική παράδοση και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοια.Όμως η ίδια η εικόνα που περιγράφει είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική.
Γιατί η πολιορκία είχε πλέον αλλάξει χαρακτήρα.
Ο Ιμπραήμ δεν έπρεπε απαραίτητα να σκαρφαλώσει πάνω από τα τείχη.
Μπορούσε να προσπαθήσει να κάνει την πόλη να πεινάσει πίσω από αυτά αφού οι πυκνοί πάσσαλοι δεν επέτρεπαν στα ψάρια να περάσουν προς την πόλη και οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να ψαρέψουν πλέον.
Ένας πόλεμος μέσα στο νερό
Η ζωή γύρω από το Μεσολόγγι εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη λιμνοθάλασσα. Το ψάρεμα αποτελούσε σημαντική πηγή τροφής και εισοδήματος για τους ανθρώπους της περιοχής. Οι ψαράδες γνώριζαν τα νερά, τα περάσματα και τις εποχές.
Για έναν στρατό που πολιορκούσε την πόλη, η γνώση αυτή ήταν πλεονέκτημα των αμυνομένων.
Για να νικήσει, έπρεπε να το περιορίσει.
Έτσι, η λιμνοθάλασσα άρχισε να αντιμετωπίζεται όχι ως φυσικό σύνορο αλλά ως στρατιωτικός χώρος.
Οι μικρές νησίδες απέκτησαν τεράστια σημασία.
Ένα μικρό κομμάτι γης που από μακριά έμοιαζε ασήμαντο μπορούσε να ελέγχει ένα πέρασμα.
Ένα κανόνι τοποθετημένο στη σωστή θέση μπορούσε να προστατεύσει μια ολόκληρη περιοχή.
Και μια μικρή φρουρά μπορούσε να αναγκάσει έναν πολύ μεγαλύτερο στρατό να καταβάλει τεράστια προσπάθεια για να την εξουδετερώσει.
Η λιμνοθάλασσα είχε μετατραπεί σε ένα φυσικό οχυρό.
Αλλά τώρα οι πολιορκητές είχαν αποφασίσει να το καταστρέψουν κομμάτι-κομμάτι.
Το Βασιλάδι — η πρώτη μεγάλη πόρτα
Δεν ήταν μεγάλο.
Δεν ήταν εντυπωσιακό.
Όμως βρισκόταν σε θέση που του επέτρεπε να λειτουργεί ως προκεχωρημένο οχυρό της πόλης. Μετά την πρώτη πολιορκία είχε ενισχυθεί και είχε αποκτήσει πυροβόλα, ενώ αποτελούσε μέρος της αμυντικής διάταξης που προστάτευε το Μεσολόγγι από την πλευρά της λιμνοθάλασσας.
Τον Φεβρουάριο του 1826, η σημασία του έγινε αντιληπτή και από τους πολιορκητές.
Η επίθεση δεν θα ήταν απλώς μια ακόμη σύγκρουση.
Το Βασιλάδι ήταν ένας κρίκος.
Αν έσπαζε, η αλυσίδα της άμυνας θα άρχιζε να υποχωρεί.
Και πράγματι, στις 26 Φεβρουαρίου 1826, οι πολιορκητές κατέλαβαν το Βασιλάδι. Η απώλειά του αποτέλεσε σοβαρό πλήγμα για το σύστημα άμυνας της λιμνοθάλασσας.
Για τους ανθρώπους μέσα στο Μεσολόγγι, η είδηση πρέπει να έφτασε σαν προειδοποίηση.
Ο εχθρός είχε αρχίσει να καταλαμβάνει τα σημεία που μέχρι τότε κρατούσαν μακριά του τα νερά.
Η θάλασσα μικραίνει
Θα περίμενε κανείς ότι το νερό θα αποτελούσε διέξοδο.
Στο Μεσολόγγι όμως το νερό μπορούσε να γίνει και παγίδα.
Όσο περισσότερες νησίδες έχαναν οι πολιορκημένοι, τόσο μικρότερος γινόταν ο χώρος στον οποίο μπορούσαν να κινηθούν με ασφάλεια.
Τα περάσματα που γνώριζαν οι ντόπιοι άρχισαν να παρακολουθούνται.
Οι διαδρομές που κάποτε ήταν γνώριμες έγιναν επικίνδυνες.
Οι βάρκες που κινούνταν τη νύχτα δεν ήταν πλέον απλώς μέσα μεταφοράς. Ήταν στόχοι.
Και κάθε νησίδα που έπεφτε έδινε στους πολιορκητές ένα ακόμη σημείο από το οποίο μπορούσαν να ελέγχουν τα νερά.
Η στρατηγική εικόνα άλλαζε αργά, αλλά σταθερά.
Το Μεσολόγγι δεν έχανε μόνο γη.
Έχανε χώρο.
Ο Ντολμάς περιμένει
Η μικρή νησίδα βρισκόταν σε κρίσιμο σημείο της λιμνοθάλασσας και αποτελούσε μέρος της άμυνας του Αιτωλικού και του Μεσολογγίου. Ήταν οχυρωμένη και οι υπερασπιστές της γνώριζαν πολύ καλά ότι η θέση τους δεν ήταν τυχαία.
Εκεί βρισκόταν ο Γρηγόριος Λιακατάς με τους άνδρες του.
Μπροστά τους δεν υπήρχε ένας μεγάλος λόφος.
Δεν υπήρχε ένα απόρθητο κάστρο.
Υπήρχε μια μικρή λωρίδα γης χαμένη μέσα στο νερό.
Και όμως, εκεί επρόκειτο να δοθεί μια από τις πιο σκληρές μάχες της πολιορκίας.
Οι υπερασπιστές γνώριζαν ότι αν ο Ντολμάς έπεφτε, ο κλοιός θα έσφιγγε ακόμη περισσότερο.
Οι πολιορκητές γνώριζαν ακριβώς το ίδιο.
Έτσι, η μικρή νησίδα απέκτησε ξαφνικά τη σημασία ενός μεγάλου φρουρίου.
Η μάχη δεν θα γινόταν πάνω σε γη
Στο Μεσολόγγι όμως ο πόλεμος είχε διαφορετικό πρόσωπο.
Εδώ έπρεπε να πολεμήσεις μέσα σε λάσπη.
Πάνω σε μικρές νησίδες.
Ανάμεσα σε νερά.
Με βάρκες.
Με κανόνια που έπρεπε να μετακινηθούν σε ένα περιβάλλον που δεν ήταν φτιαγμένο για μεγάλα στρατεύματα.
Και με ανθρώπους που γνώριζαν κάθε σπιθαμή της λιμνοθάλασσας.
Γι' αυτό οι μάχες των νησίδων δεν ήταν απλώς μικρές επιχειρήσεις.
Ήταν μάχες για τον έλεγχο ενός ολόκληρου φυσικού συστήματος.
Το Βασιλάδι είχε ήδη πέσει.
Ο Ντολμάς βρισκόταν μπροστά.
Και πίσω από όλα αυτά, η πόλη παρακολουθούσε.
Το Μεσολόγγι αρχίζει να χάνει τα «φυσικά του τείχη»
Όμως η άμυνά της δεν σταματούσε εκεί.
Για αιώνες, η γεωγραφία της περιοχής είχε δημιουργήσει ένα δεύτερο, ακανόνιστο σύστημα προστασίας: νερά, νησίδες, αβαθή, κανάλια και δύσβατα περάσματα.
Αυτό το φυσικό σύστημα λειτουργούσε σαν προέκταση του φραχτή.
Τώρα οι πολιορκητές το διέλυαν.
Ένα νησί τη μία ημέρα.
Ένα πέρασμα την επόμενη.
Ένα οχυρό λίγο αργότερα.
Η διαδικασία ήταν σταδιακή.
Και ακριβώς γι' αυτό ήταν τόσο επικίνδυνη.
Όταν κάποιος βλέπει ένα τείχος να καταρρέει, αντιλαμβάνεται αμέσως τον κίνδυνο.
Όταν όμως χάνει λίγο-λίγο τον χώρο γύρω του, μπορεί να χρειαστεί χρόνος για να αντιληφθεί ότι ο κλοιός έχει ήδη κλείσει.
Το Μεσολόγγι άρχιζε να βιώνει αυτή ακριβώς την πραγματικότητα.
Γνωρίζατε ότι…
Το Βασιλάδι, ο Ντολμάς και οι άλλες νησίδες δεν είχαν μόνο στρατιωτική σημασία. Αποτελούσαν μέρος ενός πολύπλοκου υδάτινου περιβάλλοντος που οι κάτοικοι της περιοχής χρησιμοποιούσαν καθημερινά για την αλιεία, τις μετακινήσεις και την επικοινωνία.
Η κατάληψή τους επομένως δεν σήμαινε απλώς ότι χάθηκαν ορισμένες θέσεις άμυνας.
Σήμαινε ότι οι πολιορκητές άρχισαν να αποκτούν τον έλεγχο ενός χώρου από τον οποίο εξαρτιόταν η επιβίωση της πόλης.
Το ημερολόγιο των γεγονότων καταγράφει ότι στις 20 Φεβρουαρίου καταλήφθηκε το Βασιλάδι και στις 26 Φεβρουαρίου οι πολιορκητές κυρίευσαν επίσης τον Ντολμά και τον Πόρο, εξέλιξη που περιόρισε αποφασιστικά τον έλεγχο των Μεσολογγιτών στη λιμνοθάλασσα.
Το Χρονικό της Κυψέλης
Όμως η αποικία δεν ζει από μία μέλισσα.
Χρειάζεται τον χώρο γύρω της.
Τα λουλούδια.
Το νερό.
Τα σημεία όπου μπορεί να συλλέξει τροφή.
Τη δυνατότητα να κινηθεί ελεύθερα.
Αν ο κόσμος γύρω από την κυψέλη μικρύνει, μικραίνει μαζί του και η δυνατότητα της αποικίας να επιβιώσει.
Το ίδιο συνέβαινε τώρα και στο Μεσολόγγι.
Ο φραχτής της πόλης εξακολουθούσε να στέκεται.
Αλλά γύρω του ο κόσμος γινόταν όλο και μικρότερος.
Το Βασιλάδι είχε χαθεί.
Ο Ντολμάς βρισκόταν μπροστά σε μια νέα επίθεση.
Και η λιμνοθάλασσα, που κάποτε άνοιγε μπροστά στην πόλη σαν δρόμος προς την ελευθερία, άρχιζε να κλείνει.
Ο Ιμπραήμ δεν είχε γκρεμίσει ακόμη τον φραχτή.
Είχε όμως αρχίσει να γκρεμίζει ό,τι βρισκόταν πίσω από αυτόν.
Και στο βάθος, μέσα στα νερά της λιμνοθάλασσας, μια μικρή νησίδα ετοιμαζόταν να γράψει τη δική της σελίδα στην ιστορία.
Η Κλείσοβα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22
Η Κλείσοβα — Η μικρή νησίδα που σταμάτησε έναν στρατό
Μόνο που κανείς μέσα στην πόλη δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι, λίγα μέτρα μακριά από τις ακτές της, σε μια μικρή νησίδα χαμένη μέσα στη λιμνοθάλασσα, επρόκειτο να γραφτεί μία από τις πιο παράξενες και ηρωικές σελίδες ολόκληρης της Ελληνικής Επανάστασης.
Η Κλείσοβα δεν έμοιαζε με φρούριο.
Δεν είχε ψηλά τείχη.
Δεν είχε πύργους.
Δεν είχε βαθιά τάφρο γεμάτη νερό.
Είχε όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό.
Είχε ανθρώπους αποφασισμένους να μην την παραδώσουν.
Και γύρω της υπήρχε η λιμνοθάλασσα.
Νερό ρηχό σε ορισμένα σημεία, βαθύτερο σε άλλα, λάσπη που μπορούσε να παγιδεύσει έναν ένοπλο άνδρα μέχρι τα γόνατα και περάσματα που μόνο οι άνθρωποι της περιοχής γνώριζαν πραγματικά.
Η Κλείσοβα ήταν το τελευταίο μεγάλο επιθαλάσσιο προπύργιο του Μεσολογγίου.
Και τώρα ολόκληρη η πολιορκητική μηχανή στρεφόταν εναντίον της.
Το τελευταίο προπύργιο
Μετά την απώλεια του Βασιλαδίου, του Ντολμά και του Πόρου, η Κλείσοβα είχε αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία.Η κατάληψή της θα επέτρεπε στους πολιορκητές να εγκαταστήσουν πυροβολικό σε μια θέση που μπορούσε να προσβάλει την πόλη από τον νότο. Ακόμη σημαντικότερο, θα μπορούσε να κοπεί η τελευταία θαλάσσια επικοινωνία των πολιορκημένων με τη λεγόμενη «φάλσα μπούκα», ένα κρυφό πέρασμα προς τη θάλασσα.
Γι' αυτό οι υπερασπιστές είχαν μετατρέψει τη μικρή νησίδα σε πραγματικό οχυρό.
Γύρω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας είχε υψωθεί πρόχωμα. Το χώμα είχε χρησιμοποιηθεί για να δημιουργηθεί προστατευτικός περίβολος.
Η ίδια η εκκλησία είχε μετατραπεί σε τελευταίο καταφύγιο.
Πολεμίστρες είχαν δημιουργηθεί γύρω από τη στέγη και στο μικρό κωδωνοστάσιο. Πανέρια γεμάτα χώμα είχαν χρησιμοποιηθεί σαν πρόχειρα προστατευτικά.
Και μέσα στη λιμνοθάλασσα είχε στηθεί ένα ακόμη πιο παράξενο εμπόδιο.
Πάσσαλοι.
Σειρές πασσάλων είχαν μπήξει κάτω από την επιφάνεια του νερού γύρω από σημαντικό τμήμα της νησίδας. Αν ένα εχθρικό πλοιάριο προσπαθούσε να πλησιάσει, κινδύνευε να σταματήσει πάνω τους.Ο επιτιθέμενος θα αναγκαζόταν τότε να πέσει στο νερό και να κινηθεί μέσα στη λάσπη.
Και εκεί θα τον περίμεναν τα τουφέκια.
Η άμυνα της Κλείσοβας δεν ήταν έργο ενός μεγάλου μηχανικού στρατού.
Ήταν μια κατασκευή φτιαγμένη από ό,τι υπήρχε διαθέσιμο.
Πέτρα.
Χώμα.
Ξύλο.
Κεραμίδια.
Αλιευτικά καλάθια.
Και ανθρώπινη επινοητικότητα.
Οι άνθρωποι πίσω από την οχύρωση
Δεν ήταν όλοι Μεσολογγίτες. Υπήρχαν αγωνιστές από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας, άνθρωποι όμως που είχαν πλέον συνδεθεί με την τύχη της πόλης.
Φρούραρχος ήταν ο Παναγιώτης Σωτηρόπουλος, ένας άνθρωπος που είχε ήδη διακριθεί για την εργατικότητα και την επιμονή του στην οχύρωση της νησίδας.
Είχε καταλάβει κάτι που ίσως δεν ήταν προφανές σε όλους.
Η Κλείσοβα δεν θα σωζόταν από το μέγεθός της.
Θα σωζόταν αν κάθε σπιθαμή της μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως θέση μάχης.
Και είχε προετοιμαστεί γι' αυτό.
Όμως η φρουρά χρειαζόταν κάτι ακόμη.
Έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να μετατρέψει τον φόβο σε αποφασιστικότητα.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Κίτσος Τζαβέλλας.
Το πρωινό της επίθεσης
Τη νύχτα της 24ης Μαρτίου οι κινήσεις του εχθρού είχαν ήδη αρχίσει.Από την περιοχή των στρατοπέδων του Κιουταχή άνδρες κατευθύνονταν προς την Άσπρη Αλυκή. Εκεί βρίσκονταν πλοιάρια τα οποία θα χρησιμοποιούνταν για την επιχείρηση.
Το σκοτάδι έκρυψε τις λεπτομέρειες της προετοιμασίας.
Μέσα στην πόλη όμως οι σκοποί παρέμεναν σε επιφυλακή.
Κανείς δεν ήξερε πού θα χτυπούσε ο εχθρός.
Και όταν ξημέρωσε, η εικόνα έγινε ξαφνικά καθαρή.
Ο εχθρικός στολίσκος εμφανίστηκε μπροστά από το Μεσολόγγι.
Τα κανόνια άρχισαν να χτυπούν.
Η πόλη απάντησε.
Για λίγες στιγμές οι υπερασπιστές πίστεψαν ότι η επίθεση κατευθυνόταν εναντίον του ίδιου του Μεσολογγίου.
Ύστερα συνέβη κάτι απροσδόκητο.
Ο στολίσκος άλλαξε πορεία.
Τα πλοιάρια στράφηκαν μαζικά προς ένα μικρό σημείο της λιμνοθάλασσας.
Προς την Κλείσοβα.
Η μάχη είχε αρχίσει.
Ο Κίτσος περνά μέσα από τον αποκλεισμό
Τα εχθρικά πλοιάρια πλησιάζουν.
Και τότε εμφανίζεται ο Κίτσος Τζαβέλλας.
Με λίγους άνδρες και μικρά πλοιάρια, μέσα στα οποία βρίσκονταν και νεαροί Μεσολογγίτες, επιχειρεί να περάσει ανάμεσα από τον εχθρικό στολίσκο.
Δεν ήταν μια μετακίνηση στρατιωτικής μονάδας.
Ήταν μια πράξη που απαιτούσε να αγνοήσεις το πυρ που ερχόταν από παντού.
Τα μικρά πλοιάρια προχωρούν.
Οι άνδρες σκύβουν.
Οι πυροβολισμοί σκίζουν τον αέρα.
Και τελικά ο Τζαβέλλας φτάνει στην Κλείσοβα.
Η παρουσία του αλλάζει αμέσως το κλίμα.
Ο Κασομούλης θα καταγράψει αργότερα ότι η άφιξή του ενέπνευσε θάρρος στους υπερασπιστές.
Τώρα η Κλείσοβα είχε δύο ηγετικές μορφές.
Τον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, που γνώριζε την οχύρωση και το έδαφος.
Και τον Κίτσο Τζαβέλλα, που γνώριζε τους ανθρώπους του και τον πόλεμο.
Η συνεργασία τους θα αποδεικνυόταν καθοριστική.
Η πρώτη έφοδος
Οι άνδρες του Κιουταχή πέφτουν στη λιμνοθάλασσα.
Κάποιοι πατούν στη λάσπη.
Άλλοι προσπαθούν να φτάσουν στο πρόχωμα.
Δύο σημαιοφόροι καταφέρνουν να πατήσουν πάνω στην Κλείσοβα.
Για μια στιγμή μοιάζει σαν η άμυνα να έχει σπάσει.
Οι υπερασπιστές όμως δεν έχουν εγκαταλείψει τη μάχη.
Έχουν υποχωρήσει προς την Αγία Τριάδα.
Εκεί βρίσκεται η τελευταία τους γραμμή.
Τα όπλα στρέφονται προς τους επιτιθέμενους.
Και τότε τα τουφέκια αρχίζουν να μιλούν.
Η απόσταση είναι μικρή.
Οι βολές είναι στοχευμένες.
Οι επιτιθέμενοι δεν μπορούν να προχωρήσουν.
Υποχωρούν.
Ο Κιουταχής όμως δεν εγκαταλείπει.
Ξαναδοκιμάζει.
Και ξαναδοκιμάζει.
Οι πηγές περιγράφουν αλλεπάλληλες εφόδους, με τον Κιουταχή να συμμετέχει προσωπικά στην τελευταία από αυτές πριν τραυματιστεί στον μηρό. Η υποχώρησή του προκάλεσε αναστάτωση στις δυνάμεις του και η επίθεση κατέρρευσε.
Στην Κλείσοβα, όμως, κανείς δεν πανηγυρίζει ακόμη.
Οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι η μάχη δεν έχει τελειώσει.
Η βοήθεια που δεν μπορούσε να φτάσει
Βλέπουν την καπνισμένη ατμόσφαιρα πάνω από τη νησίδα.
Ακούνε τις βολές.
Ξέρουν ότι οι άνδρες της Κλείσοβας χρειάζονται νερό, πυρομαχικά και ενισχύσεις.
Κάποιος πρέπει να περάσει.
Ο χιλίαρχος Καρακώστας Δροσίνης επιβιβάζεται σε μικρό πλοιάριο μαζί με λίγους άνδρες. Μεταφέρει νερό και, σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες, πυρομαχικά.
Το πλοιάριο ξεκινά.
Τα εχθρικά πλοιάρια αντιλαμβάνονται την κίνηση.
Ανοίγουν πυρ.
Μια οβίδα χτυπά το σκάφος και το διαπερνά από την πρύμνη μέχρι την πλώρη.
Άνδρες σκοτώνονται.
Το πλοιάριο βυθίζεται.
Κι όμως, οι επιζώντες δεν επιστρέφουν.
Πέφτουν στο νερό.
Σπρώχνουν το κατεστραμμένο σκάφος.
Και συνεχίζουν.
Μέχρι να φτάσουν στην Κλείσοβα.
Είναι μία από εκείνες τις στιγμές όπου ο πόλεμος παύει να μετριέται με στρατιωτικούς όρους.
Δεν υπάρχει πλέον «επίθεση» και «άμυνα».
Υπάρχει μόνο η απόφαση κάποιων ανθρώπων να φτάσουν εκεί όπου τους χρειάζονται.
Οι νεαροί γκελεκτζήδες
Υπήρχαν και τα νεαρά παιδιά του Μεσολογγίου.
Οι γκελεκτζήδες.
Νεαροί, περίπου 15 ως 18 ετών, που είχαν δημιουργήσει ένα σώμα ελαφρά οπλισμένων βοηθητικών μαχητών.
Η ελαφριά τους ενδυμασία δεν ήταν τυχαία.
Το γιλέκο, αντί για βαριά ρούχα, τους επέτρεπε να κινούνται γρηγορότερα.
Μέσα στη λιμνοθάλασσα αυτό μπορούσε να σημαίνει τη διαφορά ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.
Οι νεαροί αυτοί προσπαθούσαν να μεταφέρουν νερό και εφόδια στους πολιορκημένους της Κλείσοβας.
Δεν μπορούσαν πάντα να πλησιάσουν.
Ο εχθρός ήταν πολύ ισχυρότερος.
Έμεναν τότε μακριά, πυροβολώντας, περιμένοντας μια ευκαιρία να πλησιάσουν.
Η εικόνα είναι συγκλονιστική.
Παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκονται στα σπίτια τους, να μεταφέρουν νερό κάτω από τα εχθρικά πυρά.
Και μια μικρή νησίδα που κρατούσε ακόμη.
Ο Κιουταχής υποχωρεί
Ο Κιουταχής έχει τραυματιστεί.
Οι άνδρες του υποχωρούν.
Στο πεδίο της μάχης μένουν εκατοντάδες νεκροί και τραυματίες.
Ορισμένες πηγές δίνουν για τις απώλειες του τουρκικού στρατού πάνω από 1.500 νεκρούς και τραυματίες.
Και για τους υπερασπιστές, όμως, η νίκη έχει κόστος.
Οι άνδρες είναι εξαντλημένοι.
Και τότε, από την απέναντι πλευρά, κάποιος παρατηρεί.
Ο Ιμπραήμ.
Δεν έχει τελειώσει ακόμη.
Αντίθετα, βλέπει μια ευκαιρία.
Οι υπερασπιστές είναι κουρασμένοι.
Τα πυρομαχικά τους έχουν μειωθεί.
Έχουν χάσει και άνδρες.
Ίσως τώρα να μπορεί να πετύχει εκεί όπου απέτυχε ο Κιουταχής.
Ο Χουσεΐν Μπέης
Ο Χουσεΐν είχε ήδη αποκτήσει φήμη σε προηγούμενες εκστρατείες και είχε συμμετάσχει στις επιχειρήσεις που οδήγησαν στην κατάληψη του Βασιλαδίου και του Ντολμά.
Τώρα αναλαμβάνει την τελική προσπάθεια.
Οι Αιγύπτιοι συγκεντρώνονται.
Πλοιάρια γεμίζουν με στρατιώτες.
Άλλοι θα κινηθούν μέσα στα ρηχά νερά.
Το σχέδιο είναι να περικυκλωθεί η Κλείσοβα.
Η αριθμητική διαφορά είναι τεράστια.
Οι πηγές μιλούν για περίπου 3.000 Αιγυπτίους στην επιχείρηση.
Απέναντί τους βρίσκονται περίπου 130 υπερασπιστές.
Η αναλογία μοιάζει αδιανόητη.
Και όμως, η Κλείσοβα εξακολουθεί να στέκεται.
Η έκτη έφοδος
Οι πρώτες γραμμές φτάνουν μέχρι τους πασσάλους.
Τα χέρια τους αρπάζουν το πρόχωμα.
Για μια στιγμή οι υπερασπιστές βλέπουν τον εχθρό να ανεβαίνει.
Η Κλείσοβα μοιάζει έτοιμη να χαθεί.
Ο Τζαβέλλας όμως περιμένει.
Δεν διατάζει πυρ από μεγάλη απόσταση.
Περιμένει.
Αφήνει τους Αιγυπτίους να πλησιάσουν.
Κι όταν η απόσταση μικραίνει αρκετά, δίνει την εντολή.
Πυρ.
Η πρώτη ομοβροντία θερίζει την πρώτη γραμμή.Οι υπόλοιποι σταματούν.
Ακολουθεί δεύτερη.
Και τρίτη.
Οι επιτιθέμενοι υποχωρούν.
Οι πηγές περιγράφουν πέντε αλλεπάλληλες εφόδους που αποκρούστηκαν πριν από την τελευταία μεγάλη προσπάθεια. Οι υπερασπιστές φαίνεται ότι στόχευαν ιδιαίτερα τους αξιωματικούς, οι οποίοι ξεχώριζαν μέσα στις πιο επίσημες στολές τους.
Η μάχη δεν είναι πια μια οργανωμένη επίθεση.
Έχει μετατραπεί σε σφαγή μέσα στη λάσπη και το νερό.
Η Αγία Τριάδα
Δεν σημαίνει ότι παραδίδονται.
Σημαίνει ότι συγκεντρώνουν όλες τις δυνάμεις τους στο τελευταίο σημείο.
Στην Αγία Τριάδα.
Εκεί ο Σωτηρόπουλος είχε ήδη δημιουργήσει μια πρόχειρη οχύρωση από πέτρες, κεραμίδια και αλιευτικά κοφίνια γεμάτα χώμα.
Η στέγη της μικρής εκκλησίας μετατρέπεται σε προμαχώνα.
Οι άνδρες παίρνουν θέσεις.
Τα όπλα στρέφονται προς τη λιμνοθάλασσα.
Κάτω από αυτούς, το νερό είναι γεμάτο κινήσεις.
Πάνω από αυτούς, ο ουρανός σκοτεινιάζει.
Και γύρω τους, ο εχθρός ετοιμάζεται για την τελευταία επίθεση.
Ο Χουσεΐν στη λέμβο
Μέσα της βρίσκεται ο Χουσεΐν Μπέης.
Οι μαρτυρίες τον περιγράφουν να ξεχωρίζει από την πλούσια στολή του.
Είναι ένας διοικητής που βρίσκεται τόσο κοντά στους άνδρες του ώστε να τους εμψυχώνει προσωπικά.
Για τους υπερασπιστές όμως είναι και ένας εύκολος στόχος.
Από την Αγία Τριάδα τον παρατηρούν.
Ο Σωτηρόπουλος είναι γνωστός ως καλός σκοπευτής.
Σηκώνει το όπλο.
Η απόσταση είναι μεγάλη.
Η στιγμή σύντομη.
Και τότε ακούγεται ένας πυροβολισμός.
Ο Χουσεΐν πέφτει.
Οι πηγές δεν συμφωνούν όλες απόλυτα ως προς το ποιος ακριβώς τον πυροβόλησε. Η επικρατέστερη εκδοχή αποδίδει τον πυροβολισμό στον Παναγιώτη Σωτηρόπουλο, ενώ ο Κασομούλης καταγράφει και διαφορετική εκδοχή.
Όποια εκδοχή κι αν δεχθεί κανείς, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.
Ο επικεφαλής της επίθεσης είχε πέσει.
Και μέσα στη λιμνοθάλασσα συνέβη κάτι που οι πολιορκητές δεν μπορούσαν να ελέγξουν.
Ο πανικός.
Η κατάρρευση
Οι Αιγύπτιοι αρχίζουν να υποχωρούν.Οι υπερασπιστές δεν περιμένουν.
Ο Κίτσος Τζαβέλλας βγαίνει από την οχύρωση.
Η αντεπίθεση ξεκινά.
Άνδρες της Κλείσοβας χτυπούν όσους βρίσκονται ακόμη πάνω στο πρόχωμα.
Οι υπόλοιποι προσπαθούν να επιστρέψουν στις βάρκες.
Μερικοί πέφτουν στο νερό.
Άλλοι προσπαθούν να κινηθούν μέσα στη λάσπη.
Η λιμνοθάλασσα, που λίγο νωρίτερα ήταν ο δρόμος της επίθεσης, γίνεται τώρα ο δρόμος της φυγής.
Το σκοτάδι πλησιάζει.
Η μάχη τελειώνει.
Η Κλείσοβα έχει μείνει ελληνική.
Το πρωί μετά τη μάχη
Οι άνθρωποι του Μεσολογγίου φτάνουν στη νησίδα.
Δεν βρίσκουν ένα συνηθισμένο πεδίο μάχης.
Βλέπουν νεκρούς πάνω στη γη και στο νερό.
Ο Κασομούλης περιγράφει επτά σωρούς νεκρών γύρω από το οχύρωμα και αναφέρει ότι η λίμνη ήταν γεμάτη πτώματα σε μεγάλη απόσταση από την ακτή.
Σύμφωνα με τον Αρτέμιο Μίχο, οι υπερασπιστές συγκέντρωσαν ως λάφυρα περίπου 1.500 λογχόκρανα του τακτικού αιγυπτιακού στρατού, περισσότερες από 100 καραμπίνες, ξίφη αξιωματικών, 13 σημαίες της ημισελήνου και 10 τύμπανα. Οι αριθμοί αυτοί προέρχονται από τη συγκεκριμένη μαρτυρία και γι' αυτό τους αναφέρουμε ως καταγραφή της εποχής.
Η νίκη ήταν τεράστια.
Αλλά το τίμημα της άμυνας ήταν επίσης βαρύ.
Οι ελληνικές απώλειες αναφέρονται ως 60 νεκρούς και τραυματίες.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στους νεκρούς του εχθρού και στους εξαντλημένους υπερασπιστές, η Κλείσοβα απέκτησε τη θέση της στην ιστορία.
Δεν ήταν η μεγαλύτερη μάχη της Επανάστασης.
Δεν ήταν η μάχη ενός μεγάλου στρατού.
Ήταν όμως μια από τις πιο εντυπωσιακές αναμετρήσεις ανάμεσα στην αριθμητική υπεροχή και στην αποφασιστικότητα.
Η ειρωνεία της νίκης
Η Κλείσοβα είχε νικήσει.
Το Μεσολόγγι όμως εξακολουθούσε να πολιορκείται.
Η μεγάλη νίκη της 25ης Μαρτίου δεν μπορούσε να ανατρέψει από μόνη της τη γενικότερη κατάσταση.
Η πόλη είχε κερδίσει χρόνο.
Είχε κερδίσει μια μάχη.
Είχε δείξει ότι ακόμη και όταν ο αντίπαλος διέθετε πολλαπλάσιες δυνάμεις, μπορούσε να ηττηθεί.
Αλλά η πείνα παρέμενε.
Και η έξοδος πλησίαζε.
Ίσως γι' αυτό η Κλείσοβα έχει μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του Μεσολογγίου.
Ήταν η τελευταία μεγάλη αναλαμπή πριν από το σκοτάδι.
Γνωρίζατε ότι…
Η Κλείσοβα δεν ήταν μια καινούργια οχύρωση.
Η στρατηγική της σημασία είχε γίνει αντιληπτή ήδη από την Πρώτη Πολιορκία του Μεσολογγίου, το 1822. Οι πηγές αναφέρουν ότι είχαν γίνει εκεί σκληρές συγκρούσεις ήδη από τότε.
Το 1826, όμως, η μικρή νησίδα μετατράπηκε σε κρίσιμο κρίκο ολόκληρης της άμυνας.Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι η οχύρωσή της δεν βασιζόταν σε μεγάλες κατασκευές.
Βασιζόταν στην προσαρμογή.
Η εκκλησία έγινε προμαχώνας.
Τα κοφίνια έγιναν προστατευτικά.
Οι πάσσαλοι έγιναν αντιαποβατικό εμπόδιο.
Η λάσπη έγινε παγίδα.
Και η γνώση της λιμνοθάλασσας έγινε όπλο.
Η Κλείσοβα απέδειξε ότι σε έναν πόλεμο δεν κερδίζει πάντοτε εκείνος που διαθέτει τα περισσότερα κανόνια.
Μερικές φορές κερδίζει εκείνος που ξέρει πού να τα στρέψει και πότε να πυροβολήσει.
Το Χρονικό της Κυψέλης
Άλλες μένουν μέσα.
Άλλες φρουρούν.
Άλλες προστατεύουν τον γόνο.
Άλλες συνεχίζουν να μεταφέρουν τροφή.
Η αποικία επιβιώνει επειδή κάθε μέλος της λειτουργεί μέσα σε ένα σύστημα που είναι μεγαλύτερο από το ίδιο.
Στην Κλείσοβα, εκείνη την ημέρα, συνέβη κάτι παρόμοιο.
Ο Σωτηρόπουλος οχύρωσε.
Ο Τζαβέλλας εμψύχωσε.
Ο Δροσίνης προσπάθησε να μεταφέρει νερό και εφόδια.
Οι γκελεκτζήδες έτρεξαν με τα μικρά πλοιάριά τους.
Οι άνδρες της φρουράς πυροβόλησαν.
Και η λιμνοθάλασσα έγινε μέρος της άμυνας.
Μια μικρή νησίδα κράτησε απέναντι σε έναν στρατό.
Για λίγες ώρες, ο κόσμος ολόκληρος φάνηκε να έχει μικρύνει.
Από τη μια πλευρά, χιλιάδες άνδρες.
Από την άλλη, μια χούφτα πολιορκημένοι.
Και ανάμεσά τους, η Αγία Τριάδα, τα νερά της λιμνοθάλασσας και ένας φραχτής από ξύλο, χώμα και ανθρώπινη θέληση.
Η Κλείσοβα δεν έπεσε.
Αλλά το Μεσολόγγι δεν είχε σωθεί ακόμη.
Μόλις δεκαέξι ημέρες αργότερα, η πόλη θα επιχειρούσε την έξοδο.
Και τότε η ιστορία θα περνούσε από τη νίκη της Κλείσοβας στη μεγαλύτερη δοκιμασία που μπορούσε να αντιμετωπίσει ένας πολιορκημένος λαός.
Η Έξοδος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23
Οι τελευταίες ημέρες — Όταν το Μεσολόγγι δεν είχε πια τίποτα να φάει

Υπήρξαν πόλεις που έπεσαν όταν γκρεμίστηκαν τα τείχη τους.
Υπήρξαν στρατοί που ηττήθηκαν όταν έχασαν τα κανόνια τους.
Το Μεσολόγγι όμως βρέθηκε μπροστά σε κάτι πολύ διαφορετικό.
Τα τείχη του ακόμη στέκονταν.
Τα κανόνια του ακόμη μπορούσαν να πυροβολήσουν.
Οι πολεμιστές του ακόμη μπορούσαν να πολεμήσουν.
Αυτό που είχε αρχίσει να τελειώνει ήταν η ίδια η ζωή.
Η Κλείσοβα είχε μόλις δώσει στους πολιορκημένους μια από τις μεγαλύτερες νίκες ολόκληρης της πολιορκίας. Χιλιάδες εχθροί είχαν επιτεθεί σε μια μικρή νησίδα και είχαν αποτύχει.Κι όμως, μέσα στην πόλη η νίκη αυτή δεν μπορούσε να γεμίσει τα άδεια στομάχια.
Η πείνα είχε γίνει πλέον ισχυρότερη από κάθε κανόνι.
Η πόλη που είχε φάει τα πάντα
Πρώτα είχαν καταναλωθεί τα κανονικά αποθέματα.
Ύστερα ήρθαν τα ζώα.
Άλογα.
Μουλάρια.
Γαϊδούρια.
Όσα μπορούσαν ακόμη να προσφέρουν κρέας θυσιάζονταν για να παραμείνουν ζωντανοί οι άνθρωποι.
Όταν αυτά τελείωσαν, η ανάγκη έσπασε και τα τελευταία όρια.
Σκύλοι.
Γάτες.
Ποντίκια.
Οτιδήποτε μπορούσε να μασσηθεί μετατράπηκε σε τροφή.
Και όταν ακόμη κι αυτά εξαφανίστηκαν, οι άνθρωποι στράφηκαν στη λιμνοθάλασσα και στη βλάστησή της.
Από τα μέσα Μαρτίου καταγράφεται η κατανάλωση αρμυρικιών, των πικρών φυτών που φύτρωναν κοντά στα νερά. Άλλες μαρτυρίες αναφέρουν ακόμη και καβούρια ως μέρος της απελπισμένης προσπάθειας να βρεθεί κάτι που να μπορεί να φαγωθεί.
Δεν επρόκειτο πλέον για κανονική διατροφή.
Ήταν αγώνας καθυστέρησης του θανάτου.
Κάθε ημέρα που περνούσε, περισσότεροι άνθρωποι αδυνάτιζαν.Οι ασθένειες πολλαπλασιάζονταν.
Οι τραυματίες δεν μπορούσαν να αναρρώσουν.
Οι πολεμιστές που κάποτε μπορούσαν να σηκώσουν βαριά όπλα μετά βίας είχαν πλέον δύναμη να σταθούν όρθιοι.
Και το χειρότερο ήταν ότι όλοι γνώριζαν την αιτία.
Δεν υπήρχε τρόπος να φτάσει τροφή.
Η θάλασσα που δεν έφερνε πια σωτηρία
Από εκεί μπορούσαν να έρθουν τρόφιμα.
Πυρομαχικά.
Φάρμακα.
Ενισχύσεις.
Ο αποκλεισμός όμως είχε γίνει τόσο ασφυκτικός ώστε ακόμη και οι προσπάθειες ανεφοδιασμού από τον ελληνικό στόλο δεν μπορούσαν πλέον να αλλάξουν την κατάσταση.
Ο Μιαούλης και τα ελληνικά πλοία προσπάθησαν να διασπάσουν τον αποκλεισμό, αλλά οι προσπάθειες δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τον ανεφοδιασμό που χρειαζόταν η πόλη.
Και έτσι συνέβη κάτι τρομερό.
Η λιμνοθάλασσα που επί αιώνες έδινε τροφή στους κατοίκους της περιοχής είχε γίνει σχεδόν άχρηστη.
Υπήρχε νερό παντού.
Υπήρχαν ψάρια.
Υπήρχε ζωή.
Αλλά οι πολιορκημένοι δεν μπορούσαν να την προσεγγίσουν όπως παλιά.
Ο εχθρός είχε μετατρέψει τον ίδιο τον φυσικό πλούτο της περιοχής σε αποκλεισμένη πηγή.
Το Μεσολόγγι βρισκόταν δίπλα στην τροφή του και πέθαινε από την πείνα.
Αυτή ήταν ίσως η πιο σκληρή ειρωνεία ολόκληρης της πολιορκίας.
Οι νεκροί άρχισαν να πολλαπλασιάζονται
Έπληττε πρώτα τους ανθρώπους που είχαν ήδη πληγωθεί.
Τους ηλικιωμένους.
Τα παιδιά.
Τους αρρώστους.
Και σταδιακά τους ίδιους τους μαχητές.
Ένας στρατιώτης μπορεί να πολεμήσει χωρίς να έχει κοιμηθεί.
Μπορεί να πολεμήσει τραυματισμένος.
Μπορεί να πολεμήσει φοβισμένος.
Αλλά υπάρχει ένα όριο στο οποίο το σώμα παύει να υπακούει.
Και το Μεσολόγγι είχε φτάσει πολύ κοντά σε αυτό το όριο.
Οι άνδρες της φρουράς δεν ήταν πλέον εκείνοι που είχαν ξεκινήσει την άμυνα.
Είχαν χάσει βάρος.
Είχαν χάσει δυνάμεις.
Είχαν δει συντρόφους τους να πεθαίνουν.
Και τώρα έπρεπε να αποφασίσουν πώς θα πεθάνουν οι ίδιοι.
Η πόλη αρχίζει να σκέφτεται το αδιανόητο
Ακριβώς το αντίθετο.
Η απόφαση που θα έπαιρναν ήταν αποτέλεσμα μιας παράξενης αντίφασης:
Ήταν ακόμη νικητές στα τείχη, αλλά έχαναν τη μάχη με την πείνα.
Αυτό αποτυπώθηκε με συγκλονιστικό τρόπο στην ίδια την απόφαση της φρουράς για την Έξοδο.Το κείμενο αναφέρει ότι οι πολιορκημένοι ήταν επί σαράντα ημέρες στερημένοι από «όλα τα κατεπείγοντα αναγκαία της ζωής» και ότι, αν άντεχαν ακόμη μία ημέρα, θα πέθαιναν όρθιοι στους δρόμους.
Και ύστερα έρχεται η φράση που αποκαλύπτει όλο το δράμα:
Δεν υπήρχε πλέον ελπίδα βοήθειας και προμήθειας ούτε από τη θάλασσα ούτε από τη στεριά.
Η πόλη δεν περίμενε πια σωτηρία.Έπρεπε να τη δημιουργήσει μόνη της.
Ο Ιωσήφ Ρωγών και η πιο σκοτεινή απόφαση
Οι άνθρωποι του Μεσολογγίου έπρεπε να αποφασίσουν τι θα γινόταν με εκείνους που δεν μπορούσαν να πολεμήσουν.
Τα γυναικόπαιδα.
Οι ηλικιωμένοι.
Οι άμαχοι.
Οι τραυματίες.
Τι θα συνέβαινε αν οι εχθροί έμπαιναν στην πόλη;
Η απάντηση που συζητήθηκε ήταν τόσο σκληρή ώστε ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να την προσεγγίσει κανείς.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Νικολάου Κασομούλη, στη μυστική συνέλευση της 9ης Απριλίου αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, να μη μείνει ζωντανός ο άμαχος πληθυσμός που δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την Έξοδο.
Δεν επρόκειτο μόνο για τους αιχμαλώτους.
Η συζήτηση έφτασε μέχρι τα γυναικόπαιδα.
Η σκέψη ήταν τρομακτική αλλά μέσα στη λογική της απόγνωσης εκείνης της στιγμής: αν η πόλη έπεφτε, οι γυναίκες και τα παιδιά θα μπορούσαν να βρεθούν στα χέρια των πολιορκητών.
Και τότε σηκώθηκε ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ.
Ο άνθρωπος που είχε βρεθεί δίπλα στους πολιορκημένους μέσα στη μεγαλύτερη δοκιμασία τους.
Δεν μίλησε σαν στρατιωτικός.
Μίλησε σαν ιεράρχης.
Και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κασομούλη, η παρέμβασή του ήταν αποφασιστική.
Η θέση του ήταν ξεκάθαρη:
Αν επρόκειτο να χυθεί το αίμα των αθώων, ας χυθεί πρώτα το δικό μου.
Η παράδοση της μαρτυρίας τον παρουσιάζει να δηλώνει ενώπιον των οπλαρχηγών ότι, αν τολμούσαν να σκοτώσουν τα γυναικόπαιδα, έπρεπε πρώτα να θυσιάσουν εκείνον.Και κατόπιν, σύμφωνα με τον Κασομούλη, κάθισε και άρχισε να κλαίει.
Ακολούθησε σιωπή.
Μια σιωπή που κράτησε.
Και τελικά η απόφαση άλλαξε.
Τα γυναικόπαιδα δεν θα θανατώνονταν.
Θα έβγαιναν μαζί με τους πολεμιστές.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη σκηνή.Άνδρες που είχαν πολεμήσει επί μήνες.
Άνδρες που είχαν δει φίλους και συγγενείς να πεθαίνουν.
Άνδρες που γνώριζαν ότι η πιθανότητα επιβίωσης ήταν ελάχιστη.
Και απέναντί τους ένας ιεράρχης που τους υπενθύμιζε ότι η υπεράσπιση της ελευθερίας δεν μπορούσε να μετατραπεί σε σφαγή των αθώων.
Ο Ιωσήφ Ρωγών δεν σταμάτησε την Έξοδο.
Έσωσε όμως την ανθρώπινη πλευρά της.
Δεν μπορούσαν να πάρουν μαζί τους τους πάντες
Ποιοι μπορούσαν πραγματικά να ακολουθήσουν;
Η πόλη είχε περίπου 300 αρρώστους και τραυματίες, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες καταγραφές.
Πώς θα μπορούσαν να κινηθούν άνθρωποι που δεν μπορούσαν ούτε να περπατήσουν;
Πώς θα μεταφέρονταν;
Πώς θα διέσχιζαν τα χαρακώματα και τις τάφρους;
Πώς θα περνούσαν τον ανοιχτό χώρο μπροστά από το τείχος;
Η απάντηση ήταν οδυνηρή.
Όσοι μπορούσαν να κινηθούν θα προσπαθούσαν να φύγουν.
Όσοι δεν μπορούσαν θα έμεναν πίσω.
Οι τραυματίες και οι βαριά άρρωστοι γνώριζαν ότι η μοίρα τους ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη.
Κάποιοι θα πολεμούσαν μέχρι την τελευταία στιγμή.
Κάποιοι θα πέθαιναν μέσα στα σπίτια.
Κάποιοι θα έβαζαν φωτιά στα σπίτια τους.
Και ανάμεσα στους ανθρώπους που ετοιμάζονταν για την Έξοδο υπήρχαν πλέον και οικογένειες που δεν είχαν τίποτα να πάρουν μαζί τους.
Ούτε τρόφιμα.
Ούτε αποσκευές.
Ούτε χρήματα που να έχουν πραγματική αξία.
Μόνο ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν πάνω τους.
Οι τελευταίες ώρες
Όχι για μια εκστρατεία.
Για μια έξοδο που θα μπορούσε να είναι και η τελευταία τους πράξη.
Κατασκευάζονταν πρόχειρες γέφυρες.
Ετοιμάζονταν όπλα.
Μοιράζονταν τα τελευταία πυρομαχικά.
Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να οργανώσουν τις οικογένειες.
Οι γυναίκες έπρεπε να ακολουθήσουν τους άνδρες.
Τα παιδιά να μη φωνάζουν.
Οι τραυματίες να μείνουν πίσω.
Και οι πολεμιστές να ανοίξουν δρόμο.
Ακόμη και το κλάμα ενός παιδιού μπορούσε να γίνει κίνδυνος.
Ο Κασομούλης διέσωσε μια συγκλονιστική λεπτομέρεια: είχε συζητηθεί οι μητέρες να δώσουν στα παιδιά τους αφιόνι ώστε να κοιμηθούν και να μην κλαίνε κατά τη διάρκεια της προσπάθειας.
Δεν ήταν μια έξοδος στρατού.
Ήταν η μετακίνηση μιας ολόκληρης κοινωνίας μέσα στη νύχτα.
Το τελευταίο πρωινό
Το Μεσολόγγι βρισκόταν ακόμη στα χέρια των υπερασπιστών του.
Αλλά όλοι γνώριζαν ότι η ημέρα αυτή θα ήταν διαφορετική.
Η απόφαση της φρουράς συντάχθηκε το πρωί.
Ο Ιωσήφ Ρωγών υπαγόρευσε το κείμενο και ο Κασομούλης το κατέγραψε, σύμφωνα με τις ιστορικές αφηγήσεις.
Το κείμενο δεν μοιάζει με απόφαση ηττημένου στρατού.
Μιλά για ανθρώπους που θεωρούν ότι έχουν εκπληρώσει το καθήκον τους.
Και δηλώνει ότι η πόλη, παρά την κατάσταση, παραμένει νικήτρια απέναντι στον εχθρό.
Αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό στοιχείο.
Το Μεσολόγγι δεν αποφάσισε να φύγει επειδή θεωρούσε ότι είχε ηττηθεί.
Αποφάσισε να φύγει επειδή δεν υπήρχε πλέον τροφή για να συνεχίσει να ζει.Η στρατιωτική άμυνα είχε αντέξει.
Η ανθρώπινη αντοχή όμως είχε φτάσει στο τέλος της.
Το τελευταίο ψωμί
Όχι καθημερινής κατανάλωσης.
Μνήμης.
Ένα κομμάτι ψωμί δεν ήταν πλέον απλώς τροφή.
Ήταν χρόνος.
Μια μπουκιά σήμαινε λίγες ακόμη ώρες.
Λίγες ώρες σήμαιναν ίσως μία ακόμη ημέρα.
Και μία ακόμη ημέρα σήμαινε την πιθανότητα να εμφανιστεί κάποιο πλοίο.
Κάποια ενίσχυση.
Κάποιο θαύμα.
Τα ελληνικά πλοία δεν μπόρεσαν να λύσουν τον αποκλεισμό.
Η θάλασσα δεν άνοιξε.
Οι δρόμοι από τη στεριά δεν άνοιξαν.
Και το Μεσολόγγι είχε πλέον καταναλώσει σχεδόν ό,τι μπορούσε να καταναλωθεί.
Ακόμη και τα αρμυρίκια δεν ήταν πια λύση.
Η πόλη είχε φτάσει στο σημείο όπου η ερώτηση δεν ήταν:
«Τι θα φάμε αύριο;»
Ήταν:
«Θα υπάρξει αύριο;»
Η τελευταία απόφαση
Το μεσημέρι οι αρχηγοί συγκεντρώθηκαν για τελευταία φορά.Το σχέδιο είχε πλέον καταρτιστεί.
Η Έξοδος θα γινόταν από τρία σημεία.
Οι ένοπλοι θα σχημάτιζαν δύο φάλαγγες.
Μια τρίτη θα περιλάμβανε τα γυναικόπαιδα και όσους αμάχους μπορούσαν να κινηθούν.
Ο σκοπός ήταν να δημιουργηθεί ρήγμα στον εχθρικό κλοιό και να περάσουν όσο περισσότεροι μπορούσαν.
Δεν υπήρχε όμως καμία βεβαιότητα ότι το σχέδιο θα πετύχει.
Υπήρχε μόνο η ανάγκη να δοκιμαστεί.
Το σχέδιο μεταφέρθηκε από ντάπια σε ντάπια.
Κάθε υπερασπιστής έπρεπε να γνωρίζει τι θα έκανε.
Πού θα συγκεντρωνόταν.
Πότε θα κινηθεί.
Ποια κατεύθυνση θα ακολουθούσε.
Και πώς θα βοηθούσε τους άλλους.
Η πόλη ετοιμαζόταν να κινηθεί σαν ένας άνθρωπος.
Η τελευταία ελπίδα
Από τον Ζυγό.
Οι πολιορκημένοι περίμεναν κάποιο σημάδι από τις ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν έξω από την πόλη.
Είχε συμφωνηθεί ότι μια κανονιά θα αποτελούσε το σημάδι πως η βοήθεια είχε φτάσει.
Και κάποια στιγμή ακούστηκε ο κρότος.
Για λίγες στιγμές πρέπει να γεννήθηκε μέσα στην πόλη η ελπίδα.
Ύστερα όμως έγινε αντιληπτό ότι δεν επρόκειτο για την αναμενόμενη δύναμη.
Ο Κασομούλης κατέγραψε την απογοήτευση των πολιορκημένων όταν αντιλήφθηκαν ότι οι πυροβολισμοί που ακούστηκαν δεν σήμαιναν την άφιξη της βοήθειας που περίμεναν.
Το τελευταίο παράθυρο έκλεισε.
Τώρα δεν υπήρχε τίποτε άλλο.
Η Έξοδος θα γινόταν.
Η πόλη πριν σβήσουν τα φώτα
Μέσα στα σπίτια οι άνθρωποι αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλον.
Δεν υπήρχαν λόγια που να μπορούν να περιγράψουν αυτό που ερχόταν.
Κάποιοι αγκάλιαζαν τα παιδιά τους.
Κάποιοι έλεγχαν για τελευταία φορά τα όπλα τους.
Κάποιοι προσεύχονταν.
Κάποιοι σιωπούσαν.
Και κάποιοι γνώριζαν ότι δεν θα ξαναδούν ποτέ το σπίτι τους.
Μια πόλη που για έναν χρόνο είχε αντισταθεί σε έναν από τους ισχυρότερους στρατούς της εποχής ετοιμαζόταν τώρα να εγκαταλείψει τα σπίτια της.
Όχι ως ηττημένη.
Αλλά ως άνθρωποι που αρνήθηκαν να πεθάνουν αργά από την πείνα πίσω από τα τείχη.
Ο Ιωσήφ Ρωγών βρισκόταν ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς.
Ο επίσκοπος που είχε σταθεί απέναντι στην απόφαση της θανάτωσης των γυναικόπαιδων θα ακολουθούσε και ο ίδιος την πορεία της Εξόδου.
Δεν γνώριζε ότι εκείνη η νύχτα θα ήταν η τελευταία του.
Όπως δεν το γνώριζαν χιλιάδες άλλοι.
Το Μεσολόγγι δεν είχε πια κάτι να περιμένει.
Το Χρονικό της Κυψέλης
Οι μέλισσες δεν μπορούν να δημιουργήσουν τροφή από το τίποτα.
Μπορούν να μειώσουν την κατανάλωση.
Να προστατεύσουν τον γόνο.
Να περιορίσουν τη δραστηριότητά τους.
Να περιμένουν.
Αλλά αν έξω από την κυψέλη δεν υπάρχει πλέον πρόσβαση σε τροφή, έρχεται η στιγμή που η αναμονή γίνεται θάνατος.
Στο Μεσολόγγι αυτή η στιγμή είχε φτάσει.
Είχαν φάει τα ζώα.
Είχαν φάει ό,τι μπορούσε να βρεθεί.
Είχαν στραφεί στα αρμυρίκια.
Είχαν εξαντλήσει τα αποθέματα.
Είχαν περιμένει τα πλοία.
Είχαν περιμένει τη βοήθεια από τη στεριά.
Είχαν περιμένει.
Και τώρα δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο.
Η πόλη είχε ακόμη τείχη.
Είχε ακόμη κανόνια.
Είχε ακόμη άνδρες.
Είχε ακόμη πίστη.
Αλλά δεν είχε πλέον τροφή.
Και όταν έπεσε η νύχτα της 10ης Απριλίου, οι άνθρωποι του Μεσολογγίου άνοιξαν τις πύλες.Μπροστά τους δεν υπήρχε ελευθερία.
Υπήρχε ο εχθρός.
Πίσω τους δεν υπήρχε ασφάλεια.
Υπήρχε η πείνα.
Και ανάμεσα στα δύο βρισκόταν μόνο μια επιλογή.
Να βγουν.
Η Έξοδος είχε αρχίσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου