
1829 — Η Ελλάδα αρχίζει να στέκεται στα πόδια της
Το 1828 ήταν η χρονιά κατά την οποία ο Καποδίστριας προσπάθησε να κάνει τον Αγώνα κράτος.
Το 1829 ήταν διαφορετικό.
Τώρα έπρεπε να αποδείξει ότι αυτό το κράτος μπορούσε να σταθεί.
Δεν αρκούσε πλέον να υπάρχουν γραφεία, νόμοι, στρατιώτες, σχολεία, δρόμοι και σφραγίδες. Έπρεπε όλα αυτά να αρχίσουν να λειτουργούν μαζί, σαν ένας οργανισμός που μέχρι χθες δεν υπήρχε και ξαφνικά έπρεπε να αναπνεύσει μόνος του.
Η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε μια παράξενη κατάσταση. Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει οριστικά, τα σύνορα δεν είχαν κλείσει, η ανεξαρτησία δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί με την τελική διεθνή πράξη και μέσα στη χώρα υπήρχαν άνθρωποι που είχαν πολεμήσει για την ελευθερία αλλά δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι συμφωνούσαν με τον τρόπο με τον οποίο ο Κυβερνήτης ήθελε να οργανώσει τη νέα πατρίδα.
Ο Καποδίστριας είχε πλέον απέναντί του ένα πρόβλημα πολύ πιο δύσκολο από την έλλειψη θεσμών.
Έπρεπε να πείσει ανθρώπους που είχαν μάθει να κυβερνούν οι ίδιοι τον τόπο τους ότι τώρα υπήρχε ένα κράτος που έπρεπε να κυβερνά όλους.
Και αυτό δεν θα γινόταν χωρίς σύγκρουση.
Το 1829 θα ήταν η χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα θα άρχιζε να αποκτά μορφή.
Αλλά μαζί με τη μορφή θα αποκτούσε και τους πρώτους βαθιούς της διχασμούς.
Το 1829 ήταν διαφορετικό.
Τώρα έπρεπε να αποδείξει ότι αυτό το κράτος μπορούσε να σταθεί.
Δεν αρκούσε πλέον να υπάρχουν γραφεία, νόμοι, στρατιώτες, σχολεία, δρόμοι και σφραγίδες. Έπρεπε όλα αυτά να αρχίσουν να λειτουργούν μαζί, σαν ένας οργανισμός που μέχρι χθες δεν υπήρχε και ξαφνικά έπρεπε να αναπνεύσει μόνος του.
Η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε μια παράξενη κατάσταση. Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει οριστικά, τα σύνορα δεν είχαν κλείσει, η ανεξαρτησία δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί με την τελική διεθνή πράξη και μέσα στη χώρα υπήρχαν άνθρωποι που είχαν πολεμήσει για την ελευθερία αλλά δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι συμφωνούσαν με τον τρόπο με τον οποίο ο Κυβερνήτης ήθελε να οργανώσει τη νέα πατρίδα.
Ο Καποδίστριας είχε πλέον απέναντί του ένα πρόβλημα πολύ πιο δύσκολο από την έλλειψη θεσμών.
Έπρεπε να πείσει ανθρώπους που είχαν μάθει να κυβερνούν οι ίδιοι τον τόπο τους ότι τώρα υπήρχε ένα κράτος που έπρεπε να κυβερνά όλους.
Και αυτό δεν θα γινόταν χωρίς σύγκρουση.
Το 1829 θα ήταν η χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα θα άρχιζε να αποκτά μορφή.
Αλλά μαζί με τη μορφή θα αποκτούσε και τους πρώτους βαθιούς της διχασμούς.
Από την επανάσταση στην κανονικότητα
Ο Καποδίστριας είχε καταλάβει κάτι που ίσως ήταν πιο δύσκολο από όλες τις μάχες του Αγώνα.
Η επανάσταση μπορούσε να επιβιώσει με αυτοσχεδιασμούς.
Το κράτος όχι.
Στον πόλεμο ένας καπετάνιος μπορούσε να συγκεντρώσει τους άνδρες του, να πάρει όπλα, να βρει τρόφιμα, να πολεμήσει και να επιστρέψει στο χωριό του.
Στο κράτος έπρεπε να υπάρχει μισθοδοσία, υπηρεσία, αρχείο, κανόνας, φορολογία, δικαστήριο και άνθρωπος υπεύθυνος για κάθε υπόθεση.
Η Ελλάδα έπρεπε να περάσει από τη λογική του «βλέπουμε και κάνουμε» στη λογική του «υπάρχει διαδικασία».
Αυτό ακούγεται σήμερα αυτονόητο.
Η επανάσταση μπορούσε να επιβιώσει με αυτοσχεδιασμούς.
Το κράτος όχι.
Στον πόλεμο ένας καπετάνιος μπορούσε να συγκεντρώσει τους άνδρες του, να πάρει όπλα, να βρει τρόφιμα, να πολεμήσει και να επιστρέψει στο χωριό του.
Στο κράτος έπρεπε να υπάρχει μισθοδοσία, υπηρεσία, αρχείο, κανόνας, φορολογία, δικαστήριο και άνθρωπος υπεύθυνος για κάθε υπόθεση.
Η Ελλάδα έπρεπε να περάσει από τη λογική του «βλέπουμε και κάνουμε» στη λογική του «υπάρχει διαδικασία».
Αυτό ακούγεται σήμερα αυτονόητο.
Τότε ήταν επανάσταση μέσα στην ίδια την Επανάσταση.
Και ο Καποδίστριας προσπάθησε να την επιβάλει με ταχύτητα.
Το Ψηφιακό Αρχείο Καποδίστρια περιγράφει ακριβώς αυτή την προσπάθεια: αυστηρότερος έλεγχος στα οικονομικά, περιορισμός των τοπικών πολιτικών φατριών, αναδιοργάνωση του στρατού και σταδιακή στελέχωση του κρατικού μηχανισμού.
Μόνο που κάθε μία από αυτές τις κινήσεις αφαιρούσε κάτι από κάποιον.
Και εκεί άρχιζε το πρόβλημα.
Και ο Καποδίστριας προσπάθησε να την επιβάλει με ταχύτητα.
Το Ψηφιακό Αρχείο Καποδίστρια περιγράφει ακριβώς αυτή την προσπάθεια: αυστηρότερος έλεγχος στα οικονομικά, περιορισμός των τοπικών πολιτικών φατριών, αναδιοργάνωση του στρατού και σταδιακή στελέχωση του κρατικού μηχανισμού.
Μόνο που κάθε μία από αυτές τις κινήσεις αφαιρούσε κάτι από κάποιον.
Και εκεί άρχιζε το πρόβλημα.
Η χρονιά που τελείωνε ο πόλεμος
Το 1829 δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς να κοιτάξουμε έξω από τα σύνορα της μικρής ελληνικής επικράτειας.
Η Ρωσοτουρκική σύγκρουση είχε αλλάξει ολόκληρο το διπλωματικό περιβάλλον.
Τον Σεπτέμβριο του 1829 υπογράφηκε η Συνθήκη της Αδριανούπολης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδέχθηκε, μέσω του άρθρου 10, τις προηγούμενες συμφωνίες που συνδέονταν με το ελληνικό ζήτημα και έτσι αναγνωρίστηκε η γραμμή Αμβρακικού–Παγασητικού ως χερσαίο όριο που είχε προβλεφθεί τότε.
Για τον Καποδίστρια αυτό ήταν τεράστια εξέλιξη.
Γιατί ο άνθρωπος που είχε έρθει στην Ελλάδα το 1828 δεν είχε να οργανώσει απλώς μια διοίκηση.
Έπρεπε πρώτα να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα υπήρχε.
Και ότι δεν θα ήταν ένα μικρό κομμάτι γης που θα μπορούσε αύριο να περιοριστεί ακόμη περισσότερο από τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.
Οι μάχες στη Στερεά συνεχίζονταν.
Ο Δημήτριος Υψηλάντης και οι άλλοι Έλληνες αρχηγοί πίεζαν στρατιωτικά.
Ο Καποδίστριας γνώριζε ότι κάθε σπιθαμή γης που κατακτιόταν μπορούσε να αποκτήσει διπλωματική αξία.
Γι' αυτό ο δεύτερος χρόνος της διακυβέρνησής του δεν ήταν μόνο χρόνος διοίκησης.
Ήταν και αγώνας για το μέγεθος της Ελλάδας.
Η Ρωσοτουρκική σύγκρουση είχε αλλάξει ολόκληρο το διπλωματικό περιβάλλον.
Τον Σεπτέμβριο του 1829 υπογράφηκε η Συνθήκη της Αδριανούπολης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδέχθηκε, μέσω του άρθρου 10, τις προηγούμενες συμφωνίες που συνδέονταν με το ελληνικό ζήτημα και έτσι αναγνωρίστηκε η γραμμή Αμβρακικού–Παγασητικού ως χερσαίο όριο που είχε προβλεφθεί τότε.
Για τον Καποδίστρια αυτό ήταν τεράστια εξέλιξη.
Γιατί ο άνθρωπος που είχε έρθει στην Ελλάδα το 1828 δεν είχε να οργανώσει απλώς μια διοίκηση.
Έπρεπε πρώτα να εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα υπήρχε.
Και ότι δεν θα ήταν ένα μικρό κομμάτι γης που θα μπορούσε αύριο να περιοριστεί ακόμη περισσότερο από τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.
Οι μάχες στη Στερεά συνεχίζονταν.
Ο Δημήτριος Υψηλάντης και οι άλλοι Έλληνες αρχηγοί πίεζαν στρατιωτικά.
Ο Καποδίστριας γνώριζε ότι κάθε σπιθαμή γης που κατακτιόταν μπορούσε να αποκτήσει διπλωματική αξία.
Γι' αυτό ο δεύτερος χρόνος της διακυβέρνησής του δεν ήταν μόνο χρόνος διοίκησης.
Ήταν και αγώνας για το μέγεθος της Ελλάδας.
Η Ελλάδα έπρεπε να τελειώσει τον πόλεμο
Υπήρχε όμως μια μεγάλη αντίφαση.
Για να γίνει κράτος, η Ελλάδα έπρεπε να τελειώσει τον πόλεμο.
Για να εξασφαλίσει όμως τα σύνορά της, έπρεπε να συνεχίσει να πιέζει στρατιωτικά.
Και για να συντηρήσει στρατό, χρειαζόταν χρήματα.
Χρήματα που δεν είχε.
Έτσι η οικονομία, η γεωργία και ο στρατός παρέμεναν δεμένοι μεταξύ τους.
Ο αγρότης που καλλιεργούσε ένα χωράφι δεν ήταν απλώς παραγωγός τροφής.
Ήταν μέρος της προσπάθειας να υπάρξει οικονομική βάση για το κράτος.
Ο στρατιώτης που βρισκόταν στη Στερεά δεν ήταν απλώς ένας ακόμη πολεμιστής.
Ήταν μέρος της προσπάθειας να καθοριστεί το αυριανό σύνορο.
Και ο κυβερνητικός υπάλληλος που προσπαθούσε να καταγράψει φόρους και παραγωγή δεν έκανε απλώς γραφειοκρατική δουλειά.
Προσπαθούσε να δώσει στο κράτος πόρους για να συνεχίσει να υπάρχει.
Υπήρχε όμως μια μεγάλη αντίφαση.
Για να γίνει κράτος, η Ελλάδα έπρεπε να τελειώσει τον πόλεμο.
Για να εξασφαλίσει όμως τα σύνορά της, έπρεπε να συνεχίσει να πιέζει στρατιωτικά.
Και για να συντηρήσει στρατό, χρειαζόταν χρήματα.
Χρήματα που δεν είχε.
Έτσι η οικονομία, η γεωργία και ο στρατός παρέμεναν δεμένοι μεταξύ τους.
Ο αγρότης που καλλιεργούσε ένα χωράφι δεν ήταν απλώς παραγωγός τροφής.
Ήταν μέρος της προσπάθειας να υπάρξει οικονομική βάση για το κράτος.
Ο στρατιώτης που βρισκόταν στη Στερεά δεν ήταν απλώς ένας ακόμη πολεμιστής.
Ήταν μέρος της προσπάθειας να καθοριστεί το αυριανό σύνορο.
Και ο κυβερνητικός υπάλληλος που προσπαθούσε να καταγράψει φόρους και παραγωγή δεν έκανε απλώς γραφειοκρατική δουλειά.
Προσπαθούσε να δώσει στο κράτος πόρους για να συνεχίσει να υπάρχει.
Ο Φοίνικας βγαίνει από τη φωτιά
Και μέσα σε αυτή την Ελλάδα, τον Οκτώβριο του 1829, εμφανίστηκε ένα μικρό αντικείμενο που συμβόλιζε κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Ένα νόμισμα.
Ο Φοίνικας.
Το πρώτο νόμισμα του νεότερου ελληνικού κράτους κόπηκε το 1829 και η αξία του ορίστηκε στο ένα έκτο του ισπανικού δίστηλου, ενός νομίσματος που κυκλοφορούσε ευρέως στον ελληνικό χώρο. Για την παραγωγή των πρώτων νομισμάτων χρησιμοποιήθηκε ακόμη και ασήμι από αντικείμενα όπως διακοσμήσεις όπλων.
Αυτή η τελευταία λεπτομέρεια είναι σχεδόν ποιητική.
Ασήμι που κάποτε βρισκόταν πάνω σε όπλα του Αγώνα μπορούσε τώρα να γίνει νόμισμα.
Το μέταλλο που είχε συνδεθεί με τον πόλεμο περνούσε στην οικονομία.
Η Ελλάδα προσπαθούσε να μετατρέψει το υλικό της επανάστασης σε υλικό ειρήνης.
Ο Φοίνικας δεν ήταν απλώς νόμισμα.
Ήταν δήλωση.
Υπάρχει πλέον ελληνική Πολιτεία που εκδίδει το δικό της χρήμα.
Και πάνω του υπήρχε ακριβώς αυτό που χρειαζόταν η Ελλάδα για να περιγράψει τη στιγμή:
ο μυθικός Φοίνικας που αναγεννιέται από τις φλόγες.
Μόνο που η πραγματική Ελλάδα δεν είχε ακόμη αναγεννηθεί.
Βρισκόταν ακόμη μέσα στη φωτιά.
Ένα νόμισμα.
Ο Φοίνικας.
Το πρώτο νόμισμα του νεότερου ελληνικού κράτους κόπηκε το 1829 και η αξία του ορίστηκε στο ένα έκτο του ισπανικού δίστηλου, ενός νομίσματος που κυκλοφορούσε ευρέως στον ελληνικό χώρο. Για την παραγωγή των πρώτων νομισμάτων χρησιμοποιήθηκε ακόμη και ασήμι από αντικείμενα όπως διακοσμήσεις όπλων.
Αυτή η τελευταία λεπτομέρεια είναι σχεδόν ποιητική.
Ασήμι που κάποτε βρισκόταν πάνω σε όπλα του Αγώνα μπορούσε τώρα να γίνει νόμισμα.
Το μέταλλο που είχε συνδεθεί με τον πόλεμο περνούσε στην οικονομία.
Η Ελλάδα προσπαθούσε να μετατρέψει το υλικό της επανάστασης σε υλικό ειρήνης.
Ο Φοίνικας δεν ήταν απλώς νόμισμα.
Ήταν δήλωση.
Υπάρχει πλέον ελληνική Πολιτεία που εκδίδει το δικό της χρήμα.
Και πάνω του υπήρχε ακριβώς αυτό που χρειαζόταν η Ελλάδα για να περιγράψει τη στιγμή:
ο μυθικός Φοίνικας που αναγεννιέται από τις φλόγες.
Μόνο που η πραγματική Ελλάδα δεν είχε ακόμη αναγεννηθεί.
Βρισκόταν ακόμη μέσα στη φωτιά.
Ένα κτίριο γεμάτο παιδιά
Την ίδια χρονιά, στην Αίγινα, άνοιγε τις πόρτες του ένα από τα πιο συγκινητικά δημιουργήματα της καποδιστριακής περιόδου.
Το Ορφανοτροφείο.
Είχε ξεκινήσει να οικοδομείται από το 1828 και το 1829 άρχισε να λειτουργεί, δεχόμενο τα παιδιά που είχαν μείνει χωρίς οικογένεια από τον Αγώνα. Οι πρώτοι περίπου 500 τρόφιμοι βρήκαν εκεί στέγη, τροφή, περίθαλψη και εκπαίδευση, ενώ παράλληλα δινόταν έμφαση στην εξοικείωσή τους με χειρωνακτικές τέχνες.
Αυτό ήταν κάτι πολύ περισσότερο από φιλανθρωπία.
Ο Καποδίστριας δεν μπορούσε να αναστήσει τους νεκρούς πατέρες αυτών των παιδιών.
Μπορούσε όμως να προσπαθήσει να μην επιτρέψει στον πόλεμο να καταστρέψει και το μέλλον τους.
Και γι' αυτό η εκπαίδευση εκεί δεν περιοριζόταν στα γράμματα.
Τα παιδιά έπρεπε να μάθουν να εργάζονται.
Να αποκτήσουν τέχνη.
Να μπορούν κάποτε να συντηρήσουν τον εαυτό τους.
Η Ελλάδα δεν χρειαζόταν μόνο πολίτες.
Χρειαζόταν τεχνίτες, αγρότες, δασκάλους και ανθρώπους που θα μπορούσαν να χτίσουν την καθημερινή ζωή.
Το Ορφανοτροφείο.
Είχε ξεκινήσει να οικοδομείται από το 1828 και το 1829 άρχισε να λειτουργεί, δεχόμενο τα παιδιά που είχαν μείνει χωρίς οικογένεια από τον Αγώνα. Οι πρώτοι περίπου 500 τρόφιμοι βρήκαν εκεί στέγη, τροφή, περίθαλψη και εκπαίδευση, ενώ παράλληλα δινόταν έμφαση στην εξοικείωσή τους με χειρωνακτικές τέχνες.
Αυτό ήταν κάτι πολύ περισσότερο από φιλανθρωπία.
Ο Καποδίστριας δεν μπορούσε να αναστήσει τους νεκρούς πατέρες αυτών των παιδιών.
Μπορούσε όμως να προσπαθήσει να μην επιτρέψει στον πόλεμο να καταστρέψει και το μέλλον τους.
Και γι' αυτό η εκπαίδευση εκεί δεν περιοριζόταν στα γράμματα.
Τα παιδιά έπρεπε να μάθουν να εργάζονται.
Να αποκτήσουν τέχνη.
Να μπορούν κάποτε να συντηρήσουν τον εαυτό τους.
Η Ελλάδα δεν χρειαζόταν μόνο πολίτες.
Χρειαζόταν τεχνίτες, αγρότες, δασκάλους και ανθρώπους που θα μπορούσαν να χτίσουν την καθημερινή ζωή.
Το σχολείο δεν ήταν πολυτέλεια
Ο Καποδίστριας είχε μία αντίληψη για την εκπαίδευση που δεν ταίριαζε πάντοτε με τις προσδοκίες των μορφωμένων Ελλήνων της εποχής.
Δεν θεωρούσε ότι η πρώτη ανάγκη ήταν να δημιουργηθεί αμέσως ένα πανεπιστήμιο.
Προείχε να μάθουν τα παιδιά να διαβάζουν, να γράφουν, να λογαριάζουν και να αποκτήσουν στοιχειώδη επαγγελματική κατάρτιση. Παράλληλα προχωρούσε η δημιουργία Κεντρικού Σχολείου για την προετοιμασία μελλοντικών δασκάλων.
Και το 1829 η προσπάθεια αυτή πήρε πιο οργανωμένη μορφή.
Το Κεντρικό Σχολείο συνδεόταν με την ανάγκη να δημιουργηθεί ένας πυρήνας ανθρώπων που θα μπορούσαν να μεταφέρουν τη μόρφωση στην υπόλοιπη χώρα. Τον Νοέμβριο του 1829 ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Γεώργιο Γεννάδιο και στον Ιωάννη Βενθύλο την οργάνωσή του.
Αυτό είναι σημαντικό για να καταλάβουμε τον τρόπο που σκεφτόταν.
Δεν ήθελε μόνο ένα σχολείο.
Ήθελε να δημιουργήσει πολλαπλασιαστές.
Έναν δάσκαλο σήμερα μπορούσε να τον διδάξει το κράτος.
Αυτός ο δάσκαλος αύριο μπορούσε να διδάξει εκατό παιδιά.
Και αυτά τα παιδιά, με τη σειρά τους, να μεταφέρουν τη γνώση στα σπίτια τους.
Έτσι χτίζεται μια κοινωνία.
Όχι σε μία ημέρα.
Αλλά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Δεν θεωρούσε ότι η πρώτη ανάγκη ήταν να δημιουργηθεί αμέσως ένα πανεπιστήμιο.
Προείχε να μάθουν τα παιδιά να διαβάζουν, να γράφουν, να λογαριάζουν και να αποκτήσουν στοιχειώδη επαγγελματική κατάρτιση. Παράλληλα προχωρούσε η δημιουργία Κεντρικού Σχολείου για την προετοιμασία μελλοντικών δασκάλων.
Και το 1829 η προσπάθεια αυτή πήρε πιο οργανωμένη μορφή.
Το Κεντρικό Σχολείο συνδεόταν με την ανάγκη να δημιουργηθεί ένας πυρήνας ανθρώπων που θα μπορούσαν να μεταφέρουν τη μόρφωση στην υπόλοιπη χώρα. Τον Νοέμβριο του 1829 ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Γεώργιο Γεννάδιο και στον Ιωάννη Βενθύλο την οργάνωσή του.
Αυτό είναι σημαντικό για να καταλάβουμε τον τρόπο που σκεφτόταν.
Δεν ήθελε μόνο ένα σχολείο.
Ήθελε να δημιουργήσει πολλαπλασιαστές.
Έναν δάσκαλο σήμερα μπορούσε να τον διδάξει το κράτος.
Αυτός ο δάσκαλος αύριο μπορούσε να διδάξει εκατό παιδιά.
Και αυτά τα παιδιά, με τη σειρά τους, να μεταφέρουν τη γνώση στα σπίτια τους.
Έτσι χτίζεται μια κοινωνία.
Όχι σε μία ημέρα.
Αλλά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Η γεωργία έπρεπε να αποκτήσει επιστήμη
Και αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο το έργο του Καποδίστρια συναντά ιδιαίτερα καθαρά το δικό μας βλέμμα, είναι εδώ.
Στη γη.
Γιατί η Ελλάδα δεν είχε βιομηχανίες.
Δεν είχε μεγάλο κεφάλαιο.
Δεν είχε πυκνό σιδηροδρομικό δίκτυο.
Δεν είχε μεγάλες πόλεις.
Είχε όμως γη.
Είχε ήλιο.
Είχε νερό σε ορισμένες περιοχές.
Είχε ελιές, αμπέλια, σιτηρά, κήπους, ζώα και ανθρώπους που ήξεραν να καλλιεργούν.
Ο Καποδίστριας προσπάθησε να βελτιώσει αυτή τη βάση.
Η γεωργία δεν μπορούσε να μείνει μόνο στην εμπειρία του παππού.
Έπρεπε να μπει και η γνώση.
Γι' αυτό αναπτύχθηκε το Πρότυπον Αγροκήπιον στην Τίρυνθα, με στόχο τη γεωργική εκπαίδευση και την πρακτική κατάρτιση. Η καποδιστριακή εκπαιδευτική αντίληψη συνέδεε την εκπαίδευση με την επαγγελματική χρησιμότητα, όχι με μια αποκομμένη από την καθημερινότητα θεωρητική μόρφωση.
Αυτό είχε τεράστια σημασία.
Γιατί ο Έλληνας αγρότης δεν χρειαζόταν απλώς κάποιον να του πει ότι η γη είναι πλούτος.
Χρειαζόταν να του δείξει πώς θα γίνει πλουσιότερη η γη.
Και αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο το έργο του Καποδίστρια συναντά ιδιαίτερα καθαρά το δικό μας βλέμμα, είναι εδώ.
Στη γη.
Γιατί η Ελλάδα δεν είχε βιομηχανίες.
Δεν είχε μεγάλο κεφάλαιο.
Δεν είχε πυκνό σιδηροδρομικό δίκτυο.
Δεν είχε μεγάλες πόλεις.
Είχε όμως γη.
Είχε ήλιο.
Είχε νερό σε ορισμένες περιοχές.
Είχε ελιές, αμπέλια, σιτηρά, κήπους, ζώα και ανθρώπους που ήξεραν να καλλιεργούν.
Ο Καποδίστριας προσπάθησε να βελτιώσει αυτή τη βάση.
Η γεωργία δεν μπορούσε να μείνει μόνο στην εμπειρία του παππού.
Έπρεπε να μπει και η γνώση.
Γι' αυτό αναπτύχθηκε το Πρότυπον Αγροκήπιον στην Τίρυνθα, με στόχο τη γεωργική εκπαίδευση και την πρακτική κατάρτιση. Η καποδιστριακή εκπαιδευτική αντίληψη συνέδεε την εκπαίδευση με την επαγγελματική χρησιμότητα, όχι με μια αποκομμένη από την καθημερινότητα θεωρητική μόρφωση.
Αυτό είχε τεράστια σημασία.
Γιατί ο Έλληνας αγρότης δεν χρειαζόταν απλώς κάποιον να του πει ότι η γη είναι πλούτος.
Χρειαζόταν να του δείξει πώς θα γίνει πλουσιότερη η γη.
Και οι μουριές συνέχιζαν να φυτεύονται
Η μουριά είχε ιδιαίτερη θέση στο σχέδιο.
Η σηροτροφία μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο αγροτικό εισόδημα.
Και ο Καποδίστριας καταλάβαινε ότι μια χώρα δεν πρέπει να στηρίζεται σε ένα μόνο προϊόν.
Ελιά.
Αμπέλι.
Σιτηρά.
Κήποι.
Μετάξι.
Κτηνοτροφία.
Και ανάμεσά τους οι μέλισσες.
Για έναν μελισσοκόμο η εικόνα ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Κάθε νέα καλλιέργεια άλλαζε το περιβάλλον.
Κάθε δέντρο που μεγάλωνε γινόταν κάποτε άνθος.
Κάθε άνθος μπορούσε να γίνει νέκταρ.
Και κάθε καλύτερος δρόμος έκανε ευκολότερη τη μεταφορά του μελιού.
Ο Καποδίστριας δεν χρειαζόταν να εκδώσει ένα διάταγμα «για τις μέλισσες» για να αλλάξει το περιβάλλον της ελληνικής μελισσοκομίας.
Αρκούσε να αρχίσει να ξαναφτιάχνει την ύπαιθρο.
Η σηροτροφία μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο αγροτικό εισόδημα.
Και ο Καποδίστριας καταλάβαινε ότι μια χώρα δεν πρέπει να στηρίζεται σε ένα μόνο προϊόν.
Ελιά.
Αμπέλι.
Σιτηρά.
Κήποι.
Μετάξι.
Κτηνοτροφία.
Και ανάμεσά τους οι μέλισσες.
Για έναν μελισσοκόμο η εικόνα ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Κάθε νέα καλλιέργεια άλλαζε το περιβάλλον.
Κάθε δέντρο που μεγάλωνε γινόταν κάποτε άνθος.
Κάθε άνθος μπορούσε να γίνει νέκταρ.
Και κάθε καλύτερος δρόμος έκανε ευκολότερη τη μεταφορά του μελιού.
Ο Καποδίστριας δεν χρειαζόταν να εκδώσει ένα διάταγμα «για τις μέλισσες» για να αλλάξει το περιβάλλον της ελληνικής μελισσοκομίας.
Αρκούσε να αρχίσει να ξαναφτιάχνει την ύπαιθρο.
Όμως ο Κυβερνήτης δεν έβλεπε παντού το ίδιο μέλλον
Εδώ αρχίζει η άλλη πλευρά του 1829.
Γιατί η ίδια πολιτική που σε έναν αγρότη μπορούσε να φαίνεται ως σωτηρία, σε έναν τοπικό ισχυρό μπορούσε να φαίνεται ως απειλή.
Ο Καποδίστριας ήθελε να περιορίσει την προσωπική εξουσία των προκρίτων.
Ήθελε κρατικό στρατό αντί για στρατιωτικά σώματα που εξαρτώνταν από τοπικούς αρχηγούς.
Ήθελε κρατικά έσοδα.
Ήθελε κεντρική διοίκηση.
Ήθελε οι δικαστικές και διοικητικές αποφάσεις να βγαίνουν από το κράτος και όχι από τοπικές ισορροπίες.
Όλα αυτά ήταν απαραίτητα για να δημιουργηθεί ένα ενιαίο κράτος.
Αλλά σήμαιναν ότι κάποιοι άνθρωποι θα έχαναν δύναμη.
Και αυτοί δεν ήταν άνθρωποι χωρίς ιστορία.
Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν αποκτήσει κύρος μέσα στον Αγώνα.
Εδώ αρχίζει η άλλη πλευρά του 1829.
Γιατί η ίδια πολιτική που σε έναν αγρότη μπορούσε να φαίνεται ως σωτηρία, σε έναν τοπικό ισχυρό μπορούσε να φαίνεται ως απειλή.
Ο Καποδίστριας ήθελε να περιορίσει την προσωπική εξουσία των προκρίτων.
Ήθελε κρατικό στρατό αντί για στρατιωτικά σώματα που εξαρτώνταν από τοπικούς αρχηγούς.
Ήθελε κρατικά έσοδα.
Ήθελε κεντρική διοίκηση.
Ήθελε οι δικαστικές και διοικητικές αποφάσεις να βγαίνουν από το κράτος και όχι από τοπικές ισορροπίες.
Όλα αυτά ήταν απαραίτητα για να δημιουργηθεί ένα ενιαίο κράτος.
Αλλά σήμαιναν ότι κάποιοι άνθρωποι θα έχαναν δύναμη.
Και αυτοί δεν ήταν άνθρωποι χωρίς ιστορία.
Ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν αποκτήσει κύρος μέσα στον Αγώνα.
Οι Υδραίοι
Η Ύδρα ήταν ένα από τα ισχυρότερα κέντρα της αντιπολίτευσης.
Οι Υδραίοι είχαν τεράστια ναυτική και οικονομική ισχύ.
Είχαν προσφέρει στον Αγώνα.
Είχαν δώσει πλοία.
Είχαν χάσει περιουσίες.
Είχαν δημιουργήσει στόλο.
Δεν θεωρούσαν επομένως ότι έπρεπε τώρα να παραδώσουν αδιαμαρτύρητα τη δύναμή τους σε μια κεντρική κυβέρνηση.
Η οικογένεια των Κουντουριώτηδων αποτελούσε ένα από τα σημαντικά κέντρα αυτής της πολιτικής αντίδρασης. Η Ύδρα εξελίχθηκε σταδιακά σε βασικό χώρο συγκέντρωσης των αντιπάλων του Κυβερνήτη.
Η σύγκρουση δεν ήταν μόνο προσωπική.
Ήταν σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το κράτος.
Η μία έλεγε:
«Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρή κεντρική εξουσία για να επιβιώσει».
Η άλλη έλεγε:
«Η Ελλάδα πολέμησε για ελευθερία και δεν μπορεί τώρα η εξουσία να συγκεντρωθεί στα χέρια ενός ανθρώπου».
Και οι δύο πλευρές είχαν επιχειρήματα.
Αλλά η απόσταση μεταξύ τους μεγάλωνε.
Οι Υδραίοι είχαν τεράστια ναυτική και οικονομική ισχύ.
Είχαν προσφέρει στον Αγώνα.
Είχαν δώσει πλοία.
Είχαν χάσει περιουσίες.
Είχαν δημιουργήσει στόλο.
Δεν θεωρούσαν επομένως ότι έπρεπε τώρα να παραδώσουν αδιαμαρτύρητα τη δύναμή τους σε μια κεντρική κυβέρνηση.
Η οικογένεια των Κουντουριώτηδων αποτελούσε ένα από τα σημαντικά κέντρα αυτής της πολιτικής αντίδρασης. Η Ύδρα εξελίχθηκε σταδιακά σε βασικό χώρο συγκέντρωσης των αντιπάλων του Κυβερνήτη.
Η σύγκρουση δεν ήταν μόνο προσωπική.
Ήταν σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για το κράτος.
Η μία έλεγε:
«Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρή κεντρική εξουσία για να επιβιώσει».
Η άλλη έλεγε:
«Η Ελλάδα πολέμησε για ελευθερία και δεν μπορεί τώρα η εξουσία να συγκεντρωθεί στα χέρια ενός ανθρώπου».
Και οι δύο πλευρές είχαν επιχειρήματα.
Αλλά η απόσταση μεταξύ τους μεγάλωνε.
Οι Μαυρομιχαλαίοι και η Μάνη
Στη Μάνη το ζήτημα ήταν ακόμη πιο βαθύ.
Η περιοχή είχε ιδιαίτερο καθεστώς και ισχυρή τοπική δομή εξουσίας. Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν ήταν απλώς μια οικογένεια με επιρροή.
Ήταν ένας από τους βασικούς πυλώνες της Μάνης.
Ο Καποδίστριας όμως προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα κράτος στο οποίο δεν θα υπήρχαν περιοχές που θα λειτουργούσαν σχεδόν ως ξεχωριστοί πολιτικοί κόσμοι.
Η προσπάθεια αυτή δημιούργησε ένταση.
Η Μάνη άρχισε να αντιδρά όλο και πιο έντονα στην πολιτική του.
Το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών επισημαίνει ότι από το 1830 η Μάνη έγινε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα αντιπολίτευσης και ότι η σύγκρουση συνδεόταν και με τα ιδιαίτερα οικονομικά και διοικητικά προνόμια της περιοχής.
Το 1829 όμως το ρήγμα βρισκόταν ακόμη στη διαδικασία δημιουργίας.
Και αυτό κάνει τη χρονιά ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Γιατί οι μεγάλες τραγωδίες δεν γεννιούνται συνήθως τη στιγμή που τις βλέπουμε.
Χτίζονται αργά.
Η περιοχή είχε ιδιαίτερο καθεστώς και ισχυρή τοπική δομή εξουσίας. Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν ήταν απλώς μια οικογένεια με επιρροή.
Ήταν ένας από τους βασικούς πυλώνες της Μάνης.
Ο Καποδίστριας όμως προσπαθούσε να δημιουργήσει ένα κράτος στο οποίο δεν θα υπήρχαν περιοχές που θα λειτουργούσαν σχεδόν ως ξεχωριστοί πολιτικοί κόσμοι.
Η προσπάθεια αυτή δημιούργησε ένταση.
Η Μάνη άρχισε να αντιδρά όλο και πιο έντονα στην πολιτική του.
Το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών επισημαίνει ότι από το 1830 η Μάνη έγινε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα αντιπολίτευσης και ότι η σύγκρουση συνδεόταν και με τα ιδιαίτερα οικονομικά και διοικητικά προνόμια της περιοχής.
Το 1829 όμως το ρήγμα βρισκόταν ακόμη στη διαδικασία δημιουργίας.
Και αυτό κάνει τη χρονιά ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Γιατί οι μεγάλες τραγωδίες δεν γεννιούνται συνήθως τη στιγμή που τις βλέπουμε.
Χτίζονται αργά.
Ο Μαυροκορδάτος και οι φιλελεύθεροι
Υπήρχε όμως και μια άλλη αντίδραση, διαφορετική από εκείνη των τοπικών ισχυρών.
Οι μορφωμένοι φιλελεύθεροι.
Άνθρωποι που είχαν γνωρίσει τις πολιτικές ιδέες της Ευρώπης και δεν θεωρούσαν αυτονόητο ότι η Ελλάδα, επειδή είχε βγει από έναν πόλεμο, έπρεπε να κυβερνηθεί με συγκεντρωτική εξουσία.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ανήκε στον πολιτικό κόσμο που βρέθηκε απέναντι στον Καποδίστρια, ενώ ο Αδαμάντιος Κοραής εξέφραζε από την Ευρώπη έντονη κριτική προς τον αυταρχισμό που απέδιδε στην καποδιστριακή διακυβέρνηση.
Εδώ βρίσκεται μια λεπτή αλλά πολύ σημαντική διαφορά.
Ο Καποδίστριας μπορούσε να πει:
«Πρέπει πρώτα να φτιάξουμε κράτος και μετά να έχουμε πλήρη πολιτική ομαλότητα».
Οι φιλελεύθεροι μπορούσαν να απαντήσουν:
«Αν φτιάξεις κράτος χωρίς ελευθερίες, τι κράτος έφτιαξες;»
Αυτό το ερώτημα θα μείνει ανοιχτό μέχρι το τέλος της ζωής του.
Οι μορφωμένοι φιλελεύθεροι.
Άνθρωποι που είχαν γνωρίσει τις πολιτικές ιδέες της Ευρώπης και δεν θεωρούσαν αυτονόητο ότι η Ελλάδα, επειδή είχε βγει από έναν πόλεμο, έπρεπε να κυβερνηθεί με συγκεντρωτική εξουσία.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ανήκε στον πολιτικό κόσμο που βρέθηκε απέναντι στον Καποδίστρια, ενώ ο Αδαμάντιος Κοραής εξέφραζε από την Ευρώπη έντονη κριτική προς τον αυταρχισμό που απέδιδε στην καποδιστριακή διακυβέρνηση.
Εδώ βρίσκεται μια λεπτή αλλά πολύ σημαντική διαφορά.
Ο Καποδίστριας μπορούσε να πει:
«Πρέπει πρώτα να φτιάξουμε κράτος και μετά να έχουμε πλήρη πολιτική ομαλότητα».
Οι φιλελεύθεροι μπορούσαν να απαντήσουν:
«Αν φτιάξεις κράτος χωρίς ελευθερίες, τι κράτος έφτιαξες;»
Αυτό το ερώτημα θα μείνει ανοιχτό μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η Δ΄ Εθνοσυνέλευση
Και μέσα σε αυτή την κατάσταση συγκλήθηκε η Δ΄ Εθνοσυνέλευση.
Από τις 11 Ιουλίου έως τις 6 Αυγούστου 1829, στο Άργος, οι αντιπρόσωποι συνεδρίασαν και τελικά έδωσαν στον Καποδίστρια ισχυρή πολιτική στήριξη. Το Ψηφιακό Αρχείο Καποδίστρια σημειώνει ότι η ελεγχόμενη διοίκηση του Κυβερνήτη τού επέτρεψε να εξασφαλίσει ευρεία συναίνεση για το έργο του.
Εδώ όμως βρίσκεται η λεπτομέρεια που πρέπει να κρατήσουμε για τη συνέχεια.
Η συναίνεση υπήρχε.
Αλλά δεν ήταν απαραίτητα ομοφωνία στην κοινωνία.
Ούτε όλοι όσοι ψήφισαν υπέρ του Κυβερνήτη ήταν άνθρωποι που θα τον ακολουθούσαν μέχρι τέλους.
Η πολιτική σκηνή ήταν ακόμη ρευστή.
Και πίσω από την επίσημη εικόνα υπήρχαν ήδη οι διαφορετικές Ελλάδες.
Η Ελλάδα του Καποδίστρια.
Η Ελλάδα των προκρίτων.
Η Ελλάδα των νησιωτών.
Η Ελλάδα των οπλαρχηγών.
Η Ελλάδα των φιλελεύθερων διανοουμένων.
Η Ελλάδα των αγροτών.
Και η Ελλάδα των ανθρώπων που απλώς ήθελαν να ζήσουν χωρίς άλλον πόλεμο.
Όλες αυτές έπρεπε να χωρέσουν μέσα σε ένα κράτος.
Από τις 11 Ιουλίου έως τις 6 Αυγούστου 1829, στο Άργος, οι αντιπρόσωποι συνεδρίασαν και τελικά έδωσαν στον Καποδίστρια ισχυρή πολιτική στήριξη. Το Ψηφιακό Αρχείο Καποδίστρια σημειώνει ότι η ελεγχόμενη διοίκηση του Κυβερνήτη τού επέτρεψε να εξασφαλίσει ευρεία συναίνεση για το έργο του.
Εδώ όμως βρίσκεται η λεπτομέρεια που πρέπει να κρατήσουμε για τη συνέχεια.
Η συναίνεση υπήρχε.
Αλλά δεν ήταν απαραίτητα ομοφωνία στην κοινωνία.
Ούτε όλοι όσοι ψήφισαν υπέρ του Κυβερνήτη ήταν άνθρωποι που θα τον ακολουθούσαν μέχρι τέλους.
Η πολιτική σκηνή ήταν ακόμη ρευστή.
Και πίσω από την επίσημη εικόνα υπήρχαν ήδη οι διαφορετικές Ελλάδες.
Η Ελλάδα του Καποδίστρια.
Η Ελλάδα των προκρίτων.
Η Ελλάδα των νησιωτών.
Η Ελλάδα των οπλαρχηγών.
Η Ελλάδα των φιλελεύθερων διανοουμένων.
Η Ελλάδα των αγροτών.
Και η Ελλάδα των ανθρώπων που απλώς ήθελαν να ζήσουν χωρίς άλλον πόλεμο.
Όλες αυτές έπρεπε να χωρέσουν μέσα σε ένα κράτος.
Ο Καποδίστριας και η αυστηρότητα
Εδώ πρέπει να είμαστε αντικειμενικοί.
Ο Κυβερνήτης έκανε πράγματα που για τη δημιουργία ενός κράτους ήταν εξαιρετικά σημαντικά.
Αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα επέβαλλε δημιούργησε αντιδράσεις.
Ο ίδιος δεν θεωρούσε ότι η Ελλάδα ήταν έτοιμη για πλήρη συνταγματική λειτουργία στις συνθήκες εκείνης της εποχής. Έδινε προτεραιότητα στην ασφάλεια, στην απελευθέρωση, στη διεθνή αναγνώριση, στην οικονομική ανασυγκρότηση και στη δημιουργία μιας τάξης μικρών καλλιεργητών.
Από την άλλη, η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η συγκέντρωση της εξουσίας δημιούργησαν πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. Η Βουλή είχε αντικατασταθεί από συμβουλευτικά σώματα και ο Κυβερνήτης κρατούσε στα χέρια του το μεγαλύτερο μέρος της εκτελεστικής και πολιτικής δύναμης.
Δεν πρέπει λοιπόν να γράψουμε ούτε ότι ο Καποδίστριας ήταν απλώς «δικτάτορας», ούτε ότι κάθε επιλογή του ήταν αυτονόητα σωστή.
Η ιστορία είναι πιο δύσκολη.
Έχτιζε κράτος με μεθόδους που ταυτόχρονα προκαλούσαν αντιδράσεις μέσα στο ίδιο το κράτος.
Και αυτή η αντίφαση θα τον ακολουθούσε μέχρι τον θάνατό του.
Ο Κυβερνήτης έκανε πράγματα που για τη δημιουργία ενός κράτους ήταν εξαιρετικά σημαντικά.
Αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα επέβαλλε δημιούργησε αντιδράσεις.
Ο ίδιος δεν θεωρούσε ότι η Ελλάδα ήταν έτοιμη για πλήρη συνταγματική λειτουργία στις συνθήκες εκείνης της εποχής. Έδινε προτεραιότητα στην ασφάλεια, στην απελευθέρωση, στη διεθνή αναγνώριση, στην οικονομική ανασυγκρότηση και στη δημιουργία μιας τάξης μικρών καλλιεργητών.
Από την άλλη, η αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και η συγκέντρωση της εξουσίας δημιούργησαν πραγματικό πολιτικό πρόβλημα. Η Βουλή είχε αντικατασταθεί από συμβουλευτικά σώματα και ο Κυβερνήτης κρατούσε στα χέρια του το μεγαλύτερο μέρος της εκτελεστικής και πολιτικής δύναμης.
Δεν πρέπει λοιπόν να γράψουμε ούτε ότι ο Καποδίστριας ήταν απλώς «δικτάτορας», ούτε ότι κάθε επιλογή του ήταν αυτονόητα σωστή.
Η ιστορία είναι πιο δύσκολη.
Έχτιζε κράτος με μεθόδους που ταυτόχρονα προκαλούσαν αντιδράσεις μέσα στο ίδιο το κράτος.
Και αυτή η αντίφαση θα τον ακολουθούσε μέχρι τον θάνατό του.
Η μεγάλη επιτυχία του 1829
Και όμως, μέσα σε όλες αυτές τις συγκρούσεις, ο Καποδίστριας είχε λόγους να αισθάνεται ότι κάτι είχε πετύχει.
Η Ελλάδα πλησίαζε στο τέλος του πολέμου.
Οι Τούρκοι απομακρύνονταν από μεγάλο μέρος της Στερεάς.
Η διεθνής θέση του ελληνικού ζητήματος είχε ενισχυθεί.
Η διοίκηση είχε γίνει πιο οργανωμένη.
Ο στρατός βρισκόταν σε διαδικασία μετατροπής του σε εθνικό στρατό.
Το πρώτο ελληνικό νόμισμα είχε κυκλοφορήσει.
Το Ορφανοτροφείο λειτουργούσε.
Η εκπαίδευση είχε αρχίσει να αποκτά οργανωμένο χαρακτήρα.
Η γεωργία είχε μπει μέσα στο κυβερνητικό σχέδιο.
Το κράτος διέθετε πλέον θεσμούς που το 1827 δεν υπήρχαν.
Και όλα αυτά έγιναν μέσα σε μια χώρα που ακόμη προσπαθούσε να συνέλθει από επτά χρόνια πολέμου.
Δεν ήταν μικρό επίτευγμα.
Αλλά δεν ήταν και το τέλος.
Ήταν η αρχή ενός νέου προβλήματος.
Η Ελλάδα πλησίαζε στο τέλος του πολέμου.
Οι Τούρκοι απομακρύνονταν από μεγάλο μέρος της Στερεάς.
Η διεθνής θέση του ελληνικού ζητήματος είχε ενισχυθεί.
Η διοίκηση είχε γίνει πιο οργανωμένη.
Ο στρατός βρισκόταν σε διαδικασία μετατροπής του σε εθνικό στρατό.
Το πρώτο ελληνικό νόμισμα είχε κυκλοφορήσει.
Το Ορφανοτροφείο λειτουργούσε.
Η εκπαίδευση είχε αρχίσει να αποκτά οργανωμένο χαρακτήρα.
Η γεωργία είχε μπει μέσα στο κυβερνητικό σχέδιο.
Το κράτος διέθετε πλέον θεσμούς που το 1827 δεν υπήρχαν.
Και όλα αυτά έγιναν μέσα σε μια χώρα που ακόμη προσπαθούσε να συνέλθει από επτά χρόνια πολέμου.
Δεν ήταν μικρό επίτευγμα.
Αλλά δεν ήταν και το τέλος.
Ήταν η αρχή ενός νέου προβλήματος.
Γιατί το κράτος χρειαζόταν μικρούς καλλιεργητές
Ο Καποδίστριας είχε καταλάβει κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν αυτονόητο.
Εάν ο αγρότης δεν έχει δική του γη, εξαρτάται από κάποιον ισχυρότερο.
Και εάν εξαρτάται από τον ισχυρότερο, τότε ο πολιτικός που έχει την τοπική δύναμη μπορεί να αποκτήσει και κοινωνική και πολιτική εξουσία.
Η διανομή γης στους ακτήμονες λοιπόν δεν ήταν μόνο γεωργικό ζήτημα.
Ήταν και πολιτικό ζήτημα.
Μια κοινωνία μικρών ιδιοκτητών μπορούσε να είναι πιο ανεξάρτητη από τους τοπικούς προστάτες.
Αυτό ακριβώς περιγράφει το Μουσείο Καποδίστρια ως βασικό στοιχείο της σκέψης του Κυβερνήτη.
Και εδώ το «Μέλι και Μπαρούτι» συναντά ξανά τον τίτλο του.
Γιατί η γη ήταν δύναμη.
Και όποιος έλεγχε τη γη είχε επιρροή πάνω στον άνθρωπο που την καλλιεργούσε.
Ο Καποδίστριας ήθελε να αλλάξει αυτή την ισορροπία.
Αυτό σήμαινε αναγκαστικά ότι κάποιοι θα έχαναν μέρος της παλιάς τους ισχύος.
Εάν ο αγρότης δεν έχει δική του γη, εξαρτάται από κάποιον ισχυρότερο.
Και εάν εξαρτάται από τον ισχυρότερο, τότε ο πολιτικός που έχει την τοπική δύναμη μπορεί να αποκτήσει και κοινωνική και πολιτική εξουσία.
Η διανομή γης στους ακτήμονες λοιπόν δεν ήταν μόνο γεωργικό ζήτημα.
Ήταν και πολιτικό ζήτημα.
Μια κοινωνία μικρών ιδιοκτητών μπορούσε να είναι πιο ανεξάρτητη από τους τοπικούς προστάτες.
Αυτό ακριβώς περιγράφει το Μουσείο Καποδίστρια ως βασικό στοιχείο της σκέψης του Κυβερνήτη.
Και εδώ το «Μέλι και Μπαρούτι» συναντά ξανά τον τίτλο του.
Γιατί η γη ήταν δύναμη.
Και όποιος έλεγχε τη γη είχε επιρροή πάνω στον άνθρωπο που την καλλιεργούσε.
Ο Καποδίστριας ήθελε να αλλάξει αυτή την ισορροπία.
Αυτό σήμαινε αναγκαστικά ότι κάποιοι θα έχαναν μέρος της παλιάς τους ισχύος.
Η ύπαιθρος άρχιζε να ανασαίνει
Μπορεί να φαίνεται μικρό μπροστά στις μεγάλες πολιτικές εξελίξεις.
Δεν είναι.
Ένας δρόμος που ανοίγει.
Ένα χωράφι που ξαναοργώνεται.
Μια μουριά που φυτεύεται.
Ένας νέος που μαθαίνει μια τέχνη.
Ένα παιδί που αποκτά σχολείο.
Ένας αγρότης που αποκτά πρόσβαση στην αγορά.
Ένα νόμισμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μια συναλλαγή.
Μια κυψέλη που μπορεί να μετακινηθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Αυτά είναι τα μικρά γρανάζια από τα οποία κατασκευάζεται μια οικονομία.
Και το 1829 άρχισαν να γυρίζουν περισσότερα από αυτά τα γρανάζια ταυτόχρονα.
Δεν είναι.
Ένας δρόμος που ανοίγει.
Ένα χωράφι που ξαναοργώνεται.
Μια μουριά που φυτεύεται.
Ένας νέος που μαθαίνει μια τέχνη.
Ένα παιδί που αποκτά σχολείο.
Ένας αγρότης που αποκτά πρόσβαση στην αγορά.
Ένα νόμισμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μια συναλλαγή.
Μια κυψέλη που μπορεί να μετακινηθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Αυτά είναι τα μικρά γρανάζια από τα οποία κατασκευάζεται μια οικονομία.
Και το 1829 άρχισαν να γυρίζουν περισσότερα από αυτά τα γρανάζια ταυτόχρονα.
Το Χρονικό της Κυψέλης
Υπάρχει μια στιγμή στην κυψέλη που ο μελισσοκόμος μπορεί να μπερδέψει την ησυχία με την αδράνεια.
Ανοίγει την κυψέλη και βλέπει ότι οι μέλισσες δεν πετούν παντού.
Δεν υπάρχει ο θόρυβος της μεγάλης νεκταροέκκρισης.
Δεν υπάρχουν ακόμη τα βαριά πλαίσια του τρύγου.
Κι όμως, μέσα στην κυψέλη γίνεται δουλειά.
Κάπου μια μέλισσα καθαρίζει ένα κελί.
Κάπου άλλη ταΐζει έναν γόνο.
Κάποια άλλη φέρνει γύρη.
Κάποια χτίζει κερί.
Κάποια φρουρεί την είσοδο.
Και η βασίλισσα συνεχίζει να γεννά.
Ο έξω κόσμος μπορεί να βλέπει απλώς μια κυψέλη.
Μέσα όμως δημιουργείται ο επόμενος πληθυσμός.
Έτσι ήταν και η Ελλάδα του 1829.
Από μακριά έμοιαζε ακόμη φτωχή, πληγωμένη και ασταθής.
Μέσα της όμως δημιουργούνταν πράγματα που δεν υπήρχαν πριν.
Ένα νόμισμα.
Μια διοίκηση.
Ένας στρατός.
Σχολεία.
Δικαστήρια.
Ορφανοτροφείο.
Γεωργική εκπαίδευση.
Δρόμοι.
Αρχεία.
Νέες υπηρεσίες.
Και μια αντίληψη που ήταν ίσως η πιο δύσκολη απ' όλες:
ότι ο Έλληνας δεν ήταν πλέον μόνο αγωνιστής. Έπρεπε να γίνει και πολίτης.
Αυτό ήταν το μεγάλο στοίχημα.
Και όπως συμβαίνει στην κυψέλη, κάθε καινούργιο κελί που χτίζεται αλλάζει και τον διαθέσιμο χώρο για όλους.
Ανοίγει την κυψέλη και βλέπει ότι οι μέλισσες δεν πετούν παντού.
Δεν υπάρχει ο θόρυβος της μεγάλης νεκταροέκκρισης.
Δεν υπάρχουν ακόμη τα βαριά πλαίσια του τρύγου.
Κι όμως, μέσα στην κυψέλη γίνεται δουλειά.
Κάπου μια μέλισσα καθαρίζει ένα κελί.
Κάπου άλλη ταΐζει έναν γόνο.
Κάποια άλλη φέρνει γύρη.
Κάποια χτίζει κερί.
Κάποια φρουρεί την είσοδο.
Και η βασίλισσα συνεχίζει να γεννά.
Ο έξω κόσμος μπορεί να βλέπει απλώς μια κυψέλη.
Μέσα όμως δημιουργείται ο επόμενος πληθυσμός.
Έτσι ήταν και η Ελλάδα του 1829.
Από μακριά έμοιαζε ακόμη φτωχή, πληγωμένη και ασταθής.
Μέσα της όμως δημιουργούνταν πράγματα που δεν υπήρχαν πριν.
Ένα νόμισμα.
Μια διοίκηση.
Ένας στρατός.
Σχολεία.
Δικαστήρια.
Ορφανοτροφείο.
Γεωργική εκπαίδευση.
Δρόμοι.
Αρχεία.
Νέες υπηρεσίες.
Και μια αντίληψη που ήταν ίσως η πιο δύσκολη απ' όλες:
ότι ο Έλληνας δεν ήταν πλέον μόνο αγωνιστής. Έπρεπε να γίνει και πολίτης.
Αυτό ήταν το μεγάλο στοίχημα.
Και όπως συμβαίνει στην κυψέλη, κάθε καινούργιο κελί που χτίζεται αλλάζει και τον διαθέσιμο χώρο για όλους.
Μα όσο μεγάλωνε η κυψέλη, μεγάλωνε και η ένταση
Το κράτος του Καποδίστρια δεν μπορούσε να συνεχίσει για πάντα να στηρίζεται μόνο στην προσωπική του αυθεντία.
Και ο ίδιος δεν φαινόταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει εύκολα τον τρόπο με τον οποίο είχε επιλέξει να κυβερνήσει.
Η αντίδραση άρχισε να γίνεται περισσότερο οργανωμένη.
Η Ύδρα ήταν ήδη κέντρο πολιτικής αντίστασης.
Η Μάνη κρατούσε αποστάσεις.
Ορισμένοι πολιτικοί παράγοντες ζητούσαν επιστροφή σε συνταγματικότερη λειτουργία.
Άλλοι ενοχλούνταν από την οικονομική πολιτική.
Άλλοι από τον περιορισμό των παλιών τους προνομίων.
Και κάποιοι από το γεγονός ότι ο Κυβερνήτης προτιμούσε ανθρώπους της δικής του εμπιστοσύνης για τη στελέχωση του νέου μηχανισμού.
Δεν ήταν όλοι εχθροί του κράτους.
Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε.
Πολλοί διαφωνούσαν για το ποιο κράτος έπρεπε να δημιουργηθεί.
Και αυτή είναι πολύ διαφορετική διαπίστωση.
Το κράτος του Καποδίστρια δεν μπορούσε να συνεχίσει για πάντα να στηρίζεται μόνο στην προσωπική του αυθεντία.
Και ο ίδιος δεν φαινόταν διατεθειμένος να εγκαταλείψει εύκολα τον τρόπο με τον οποίο είχε επιλέξει να κυβερνήσει.
Η αντίδραση άρχισε να γίνεται περισσότερο οργανωμένη.
Η Ύδρα ήταν ήδη κέντρο πολιτικής αντίστασης.
Η Μάνη κρατούσε αποστάσεις.
Ορισμένοι πολιτικοί παράγοντες ζητούσαν επιστροφή σε συνταγματικότερη λειτουργία.
Άλλοι ενοχλούνταν από την οικονομική πολιτική.
Άλλοι από τον περιορισμό των παλιών τους προνομίων.
Και κάποιοι από το γεγονός ότι ο Κυβερνήτης προτιμούσε ανθρώπους της δικής του εμπιστοσύνης για τη στελέχωση του νέου μηχανισμού.
Δεν ήταν όλοι εχθροί του κράτους.
Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε.
Πολλοί διαφωνούσαν για το ποιο κράτος έπρεπε να δημιουργηθεί.
Και αυτή είναι πολύ διαφορετική διαπίστωση.
Η Ευρώπη παρακολουθούσε
Ο Καποδίστριας δεν κυβερνούσε μόνο κάτω από τα βλέμματα των Ελλήνων.
Τον παρακολουθούσαν το Λονδίνο, το Παρίσι και η Αγία Πετρούπολη.
Η Ρωσία τον υποστήριζε περισσότερο.
Η Γαλλία είχε προσφέρει σημαντική βοήθεια.
Η Αγγλία παρέμενε επιφυλακτική απέναντι στην πολιτική του.
Το πρόβλημα ήταν ότι ο Καποδίστριας, επειδή είχε υπηρετήσει για χρόνια τη ρωσική διπλωματία, ήταν εύκολο να παρουσιαστεί από τους αντιπάλους του ως άνθρωπος υπερβολικά κοντά στη Ρωσία.
Το ίδιο το Ψηφιακό Αρχείο Καποδίστρια επισημαίνει όμως ότι η κατηγορία περί απλής εξάρτησής του από τη ρωσική πολιτική δεν αποδεικνύεται από τις πηγές.
Και αυτό είναι σημαντικό.
Δεν θα γράψουμε την ιστορία με τις ταμπέλες που χρησιμοποίησαν οι αντίπαλοι.
Θα εξετάσουμε τις πράξεις.
Τον παρακολουθούσαν το Λονδίνο, το Παρίσι και η Αγία Πετρούπολη.
Η Ρωσία τον υποστήριζε περισσότερο.
Η Γαλλία είχε προσφέρει σημαντική βοήθεια.
Η Αγγλία παρέμενε επιφυλακτική απέναντι στην πολιτική του.
Το πρόβλημα ήταν ότι ο Καποδίστριας, επειδή είχε υπηρετήσει για χρόνια τη ρωσική διπλωματία, ήταν εύκολο να παρουσιαστεί από τους αντιπάλους του ως άνθρωπος υπερβολικά κοντά στη Ρωσία.
Το ίδιο το Ψηφιακό Αρχείο Καποδίστρια επισημαίνει όμως ότι η κατηγορία περί απλής εξάρτησής του από τη ρωσική πολιτική δεν αποδεικνύεται από τις πηγές.
Και αυτό είναι σημαντικό.
Δεν θα γράψουμε την ιστορία με τις ταμπέλες που χρησιμοποίησαν οι αντίπαλοι.
Θα εξετάσουμε τις πράξεις.
Το 1829 έκλεινε με μια Ελλάδα διαφορετική
Στις αρχές του 1829 ο Καποδίστριας είχε μπροστά του μια χώρα που ακόμη έμοιαζε με στρατόπεδο.
Στο τέλος της χρονιάς υπήρχε πλέον κάτι που έμοιαζε περισσότερο με κράτος.
Όχι τέλειο.
Όχι πλούσιο.
Όχι δημοκρατικά ολοκληρωμένο.
Όχι απαλλαγμένο από εσωτερικές συγκρούσεις.
Αλλά κράτος.
Και αυτό ήταν το μεγάλο κέρδος.
Το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι όσο περισσότερο στεκόταν το κράτος στα πόδια του, τόσο περισσότερο συγκρουόταν με εκείνους που είχε μάθει να στέκονται οι ίδιοι στα πόδια τους χωρίς αυτό.
Ο Καποδίστριας είχε δημιουργήσει μηχανισμό.
Τώρα έπρεπε να δημιουργήσει συναίνεση.
Και αυτό αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερο.
Γιατί μπορείς να διατάξεις έναν υπάλληλο.
Μπορείς να οργανώσεις έναν στρατό.
Μπορείς να κόψεις ένα νόμισμα.
Μπορείς να χτίσεις ένα σχολείο.
Μπορείς να ανοίξεις έναν δρόμο.
Δεν μπορείς όμως να διατάξεις έναν άνθρωπο να εμπιστευτεί την εξουσία σου.
Η εμπιστοσύνη κερδίζεται.
Και η Ελλάδα του 1829 δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα εμπιστευόταν τον άνθρωπο που την έφτιαχνε.
Στο τέλος της χρονιάς υπήρχε πλέον κάτι που έμοιαζε περισσότερο με κράτος.
Όχι τέλειο.
Όχι πλούσιο.
Όχι δημοκρατικά ολοκληρωμένο.
Όχι απαλλαγμένο από εσωτερικές συγκρούσεις.
Αλλά κράτος.
Και αυτό ήταν το μεγάλο κέρδος.
Το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι όσο περισσότερο στεκόταν το κράτος στα πόδια του, τόσο περισσότερο συγκρουόταν με εκείνους που είχε μάθει να στέκονται οι ίδιοι στα πόδια τους χωρίς αυτό.
Ο Καποδίστριας είχε δημιουργήσει μηχανισμό.
Τώρα έπρεπε να δημιουργήσει συναίνεση.
Και αυτό αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερο.
Γιατί μπορείς να διατάξεις έναν υπάλληλο.
Μπορείς να οργανώσεις έναν στρατό.
Μπορείς να κόψεις ένα νόμισμα.
Μπορείς να χτίσεις ένα σχολείο.
Μπορείς να ανοίξεις έναν δρόμο.
Δεν μπορείς όμως να διατάξεις έναν άνθρωπο να εμπιστευτεί την εξουσία σου.
Η εμπιστοσύνη κερδίζεται.
Και η Ελλάδα του 1829 δεν είχε ακόμη αποφασίσει αν θα εμπιστευόταν τον άνθρωπο που την έφτιαχνε.
Το Χρονικό της Κυψέλης — συνέχεια
Μια δυνατή κυψέλη δεν είναι αυτή στην οποία όλες οι μέλισσες κάνουν το ίδιο πράγμα.
Είναι αυτή στην οποία καθεμία γνωρίζει τον ρόλο της και όλες υπηρετούν την ίδια ζωή.
Αν όμως ξαφνικά μια ομάδα μελισσών αρχίσει να πιστεύει ότι ο χώρος, η τροφή ή η κατεύθυνση της κυψέλης ανήκουν περισσότερο σε εκείνη παρά στο σύνολο, τότε η ισορροπία αρχίζει να αλλάζει.
Η κυψέλη μπορεί ακόμη να παράγει.
Μπορεί ακόμη να μεγαλώνει.
Μπορεί ακόμη να φαίνεται υγιής.
Αλλά ο μελισσοκόμος που ξέρει να κοιτάζει θα δει την ένταση.
Θα δει τις μέλισσες να συγκεντρώνονται διαφορετικά.
Θα ακούσει έναν διαφορετικό βόμβο.
Και θα ξέρει ότι κάτι μέσα στην κοινωνία της κυψέλης έχει αλλάξει.
Έτσι ήταν η Ελλάδα όταν τελείωσε το 1829.
Είχε περισσότερο κράτος από ποτέ.
Είχε περισσότερη οργάνωση από ποτέ.
Είχε περισσότερες δυνατότητες από ποτέ.
Αλλά είχε αρχίσει να έχει και περισσότερους ανθρώπους που αισθάνονταν ότι το νέο κράτος περιορίζει τον δικό τους χώρο.
Ο Καποδίστριας είχε περάσει το πρώτο μεγάλο εμπόδιο.
Είχε βάλει τα θεμέλια.
Τώρα όμως έμπαινε στο δυσκολότερο κομμάτι της διαδρομής.
Το 1830 δεν θα ήταν απλώς άλλη μία χρονιά οικοδόμησης.
Θα ήταν η χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα θα αποκτούσε διεθνώς το όνομα που τόσο καιρό πολεμούσε να κερδίσει:
ανεξαρτησία.
Αλλά μαζί με την ανεξαρτησία θα ερχόταν και ένα νέο ερώτημα, πολύ πιο επικίνδυνο:
ποιος θα κυβερνούσε αυτή την Ελλάδα και με ποιον τρόπο;
Και αυτή τη φορά η απάντηση δεν θα βρισκόταν μόνο στα διπλωματικά γραφεία των Μεγάλων Δυνάμεων.
Θα βρισκόταν μέσα στην ίδια την Ελλάδα.
Στη Μάνη.
Στην Ύδρα.
Στο Ναύπλιο.
Στα χωριά.
Στα στρατόπεδα.
Στα πολιτικά γραφεία.
Και τελικά, στους δρόμους.
Εκεί όπου η κυψέλη του νέου ελληνικού κράτους θα άρχιζε να βουίζει όλο και πιο δυνατά.
Και κανείς ακόμη δεν μπορούσε να γνωρίζει αν αυτός ο βόμβος ήταν ο ήχος μιας χώρας που μεγάλωνε…
ή ο προάγγελος της μεγάλης ρήξης που ερχόταν.
Είναι αυτή στην οποία καθεμία γνωρίζει τον ρόλο της και όλες υπηρετούν την ίδια ζωή.
Αν όμως ξαφνικά μια ομάδα μελισσών αρχίσει να πιστεύει ότι ο χώρος, η τροφή ή η κατεύθυνση της κυψέλης ανήκουν περισσότερο σε εκείνη παρά στο σύνολο, τότε η ισορροπία αρχίζει να αλλάζει.
Η κυψέλη μπορεί ακόμη να παράγει.
Μπορεί ακόμη να μεγαλώνει.
Μπορεί ακόμη να φαίνεται υγιής.
Αλλά ο μελισσοκόμος που ξέρει να κοιτάζει θα δει την ένταση.
Θα δει τις μέλισσες να συγκεντρώνονται διαφορετικά.
Θα ακούσει έναν διαφορετικό βόμβο.
Και θα ξέρει ότι κάτι μέσα στην κοινωνία της κυψέλης έχει αλλάξει.
Έτσι ήταν η Ελλάδα όταν τελείωσε το 1829.
Είχε περισσότερο κράτος από ποτέ.
Είχε περισσότερη οργάνωση από ποτέ.
Είχε περισσότερες δυνατότητες από ποτέ.
Αλλά είχε αρχίσει να έχει και περισσότερους ανθρώπους που αισθάνονταν ότι το νέο κράτος περιορίζει τον δικό τους χώρο.
Ο Καποδίστριας είχε περάσει το πρώτο μεγάλο εμπόδιο.
Είχε βάλει τα θεμέλια.
Τώρα όμως έμπαινε στο δυσκολότερο κομμάτι της διαδρομής.
Το 1830 δεν θα ήταν απλώς άλλη μία χρονιά οικοδόμησης.
Θα ήταν η χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα θα αποκτούσε διεθνώς το όνομα που τόσο καιρό πολεμούσε να κερδίσει:
ανεξαρτησία.
Αλλά μαζί με την ανεξαρτησία θα ερχόταν και ένα νέο ερώτημα, πολύ πιο επικίνδυνο:
ποιος θα κυβερνούσε αυτή την Ελλάδα και με ποιον τρόπο;
Και αυτή τη φορά η απάντηση δεν θα βρισκόταν μόνο στα διπλωματικά γραφεία των Μεγάλων Δυνάμεων.
Θα βρισκόταν μέσα στην ίδια την Ελλάδα.
Στη Μάνη.
Στην Ύδρα.
Στο Ναύπλιο.
Στα χωριά.
Στα στρατόπεδα.
Στα πολιτικά γραφεία.
Και τελικά, στους δρόμους.
Εκεί όπου η κυψέλη του νέου ελληνικού κράτους θα άρχιζε να βουίζει όλο και πιο δυνατά.
Και κανείς ακόμη δεν μπορούσε να γνωρίζει αν αυτός ο βόμβος ήταν ο ήχος μιας χώρας που μεγάλωνε…
ή ο προάγγελος της μεγάλης ρήξης που ερχόταν.
Συνεχίζεται
Melissocosmos
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου