Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Έρωτας στην Πομπηία, ο Μελισσοκόμος και η Πρίμα - Οι Αρραβώνες

Η Πρίμα καβάλα στο μαύρο άλογο συναντά τον μελισσοκόμο Φήλικα στις κυψέλες του Βεζούβιου
Επεισόδιο 3 — Οκτώβριος 78 μ.Χ.
Το δαχτυλίδι, η αρένα και το πρώτο μυστικό
Ο Οκτώβριος ήρθε στην Πομπηία χωρίς να πάρει μαζί του όλη τη ζέστη του καλοκαιριού. Οι ημέρες είχαν αρχίσει να μικραίνουν, τα βράδια γίνονταν πιο δροσερά, όμως ο ήλιος εξακολουθούσε να φωτίζει δυνατά την πόλη και τις καταπράσινες πλαγιές του μεγάλου βουνού.
Ο Βεζούβιος στεκόταν πάνω από την Πομπηία όπως τον γνώριζαν όλοι. Πράσινος. Γαλήνιος. Σκεπασμένος με δέντρα, αμπέλια και καλλιέργειες. Κανείς δεν τον αποκαλούσε ηφαίστειο. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι έκρυβε βαθιά μέσα στη γη του. Για τους Πομπηιανούς ήταν ένα βουνό που τους έδινε καρπούς, κρασί και εύφορο χώμα. Και εκείνον τον Οκτώβριο κανείς δεν είχε λόγο να πιστεύει πως κάτι θα μπορούσε να αλλάξει αυτόν τον κόσμο.
Η ζωή συνεχιζόταν κανονικά. Ο τρύγος είχε τελειώσει. Τα πατητήρια είχαν δουλέψει ασταμάτητα. Τα πιθάρια είχαν γεμίσει με μούστο. Και στο σπίτι του Μάρκου Ολκώνιου Σατουρνίνου όλοι ετοιμάζονταν για ένα μεγάλο γεγονός. Τον αρραβώνα της κόρης του. Της Πρίμας.
Η μαγιά του κρασιού
Στους αμπελώνες του Mάρκου Ολκώνιου Σατουρνίνου, ο τρύγος είχε ολοκληρωθεί. Τα σταφύλια είχαν μαζευτεί και μεταφερθεί στα πατητήρια. Ο μούστος είχε αρχίσει να δουλεύει.
Ο Τίτος Κλαύδιος Αττικός παρακολουθούσε τα πάντα με τη σχολαστικότητα που τον χαρακτήριζε. Ο Έλληνας επιστάτης γνώριζε πως ένα κρασί που προοριζόταν για την αυτοκρατορική αυλή και τη Σύγκλητο δεν συγχωρούσε λάθη. Κάθε πιθάρι έπρεπε να είναι καθαρό. Κάθε δοχείο έπρεπε να έχει προετοιμαστεί σωστά. Κάθε εργάτης έπρεπε να γνωρίζει τι έκανε. Και πάνω απ' όλα, ο χρόνος έπρεπε να κάνει τη δουλειά του.
Όμως εκείνον τον μήνα υπήρχε και μια άλλη παρασκευή. Το υδρόμελι. Ο αυτοκράτορας Βεσπασιανός είχε ζητήσει από τον Σατουρνίνο να του ετοιμάσει καλής ποιότητας υδρόμελι. Και ο πλούσιος Πομπηιανός δεν είχε καμία πρόθεση να στείλει στη Ρώμη κάτι μέτριο. Έτσι, όταν άρχισε η ζύμωση του νέου κρασιού, κρατήθηκε προσεκτικά μέρος από τη μαγιά του. Αυτή θα χρησιμοποιούνταν για να ξεκινήσει η ζύμωση του υδρομέλιτος.
Ο Τίτος στεκόταν πάνω από ένα μεγάλο αγγείο όταν εμφανίστηκε ο γιος του, ο Σέβηρος Αττικός.
— Είναι έτοιμο; ρώτησε.
— Όχι ακόμη.
— Ο πατέρας θέλει να προχωρήσουμε.
Ο Τίτος σήκωσε το βλέμμα.
— Ο πατέρας σου μπορεί να θέλει ό,τι θέλει. Το κρασί όμως θα γίνει όταν είναι έτοιμο.
Ο Σέβηρος χαμογέλασε.
— Και στον αυτοκράτορα ποιος θα το εξηγήσει;
Ο Τίτος τον κοίταξε αυστηρά.
— Εσύ πάντως όχι.
Ο Σέβηρος γέλασε. Για λίγες στιγμές όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Μόνο που ο Σέβηρος είχε πλέον άλλα πράγματα στο μυαλό του.
Η Ρώμη περιμένει
Μακριά από την Πομπηία, στη Ρώμη, ο αυτοκράτορας Βεσπασιανός περίμενε τη νέα σοδειά. Είχε ακούσει αρκετά για το κρασί του Σατουρνίνου.
— Αν είναι τόσο καλό όσο λένε, θα το πιω, είπε.
Ένας αυλικός τόλμησε να ρωτήσει:
— Και αν δεν είναι;
Ο Βεσπασιανός τον κοίταξε σοβαρά και χαμογέλασε με τον γνωστό του κυνισμό.
— Τα χρήματα δεν μυρίζουν, και το ίδιο ισχύει και για το κρασί όταν πρόκειται για δώρα των συμμάχων μας.
Οι γύρω του γέλασαν. Ο Βεσπασιανός χαμογέλασε. Ήξερε να κάνει τους άλλους να γελούν. Και ίσως αυτό να ήταν ένα από τα όπλα που τον βοηθούσαν να κυβερνά μια αυτοκρατορία γεμάτη ανθρώπους που περίμεναν συνεχώς κάτι από εκείνον.
Στην Πομπηία, όμως, ο Σατουρνίνος είχε πιο προσωπικές έγνοιες. Η κόρη του θα αρραβωνιαζόταν.
Η Πρίμα
Η Πρίμα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη. Η Αιμιλία Βιτάλια βρισκόταν πίσω της και τακτοποιούσε τα μακριά χρυσαφένια μαλλιά της.
— Θα είναι μεγάλη ημέρα, είπε η Αιμιλία.
Η Πρίμα δεν απάντησε.
— Με ακούς;
— Σε ακούω.
— Και;
Η Πρίμα κοίταξε το είδωλό της.
— Δεν ξέρω.
Η Αιμιλία σταμάτησε.
— Δεν ξέρεις αν θέλεις να παντρευτείς τον Σκόρπο;
Η Πρίμα έμεινε σιωπηλή.
— Είναι καλός άνθρωπος, είπε τελικά.
— Αυτό δεν απαντά στην ερώτησή μου.
Η Πρίμα χαμογέλασε αχνά. Η Αιμιλία ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορούσαν να της μιλούν τόσο ανοιχτά.
— Ο Σκόρπος είναι ισχυρός, είπε η Πρίμα. Ο πατέρας μου τον θεωρεί κατάλληλο.
— Κι εσύ;
Η Πρίμα δεν απάντησε. Στο μυαλό της εμφανίστηκε ένα πρόσωπο. Ένας νεαρός άνδρας, απλά ντυμένος, με χέρια που μύριζαν μέλι και κερί. Με ένα βλέμμα που δεν την είχε κοιτάξει ποτέ σαν να ήταν απλώς η κόρη ενός πλούσιου άνδρα. Ο Φήλιξ.
Η Αιμιλία κατάλαβε.
— Είναι αυτός;
Η Πρίμα γύρισε.
— Ποιος;
— Αυτός που σκέφτεσαι.
Η Πρίμα δεν απάντησε. Η Αιμιλία χαμογέλασε.
— Τότε είναι.
Το Αμφιθέατρο
Την ίδια ημέρα, ο Σέβηρος βρισκόταν στο Αμφιθέατρο της Πομπηίας. Εκεί ο κόσμος ήταν διαφορετικός. Φωνές, σφυρίγματα, γέλια, κραυγές, στοιχήματα. Άνθρωποι που φώναζαν τα ονόματα των μονομάχων. Το Αμφιθέατρο ήταν ένας κόσμος μέσα στον κόσμο. Και ο Σέβηρος αγαπούσε αυτόν τον κόσμο. Του άρεσε η αρένα, η δύναμη, το θέαμα και το στοίχημα.
Εκείνη την ημέρα υπήρχαν δύο ονόματα που είχαν προκαλέσει ιδιαίτερη συζήτηση. Ο Ίλαρος, ένας έμπειρος βετεράνος μονομάχος, δούλος, με δεκατέσσερις αγώνες και δώδεκα νίκες. Και απέναντί του ένας άνδρας που μέχρι εκείνη την ημέρα δεν είχε ακόμη το όνομα του βετεράνου, ο Μάρκος Αττίλιος. Ελεύθερος Ρωμαίος πολίτης, ένας άνθρωπος που είχε επιλέξει να μπει στον κόσμο των μονομάχων. Ένας tiro, πρωτάρης.
Η μάχη των μονομάχων Ίλαρου και Μάρκου Αττίλιου στην αρένα του Αμφιθεάτρου της Πομπηίας με τον Βεζούβιο στο βάθος
Κανείς σχεδόν δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να νικήσει τον Ίλαρο. Ο Σέβηρος ήταν ένας από αυτούς που δεν αμφέβαλλαν. Είχε ποντάρει μια περιουσία στον βετεράνο. Μόνο που αυτή τη φορά η τύχη είχε άλλα σχέδια.
Ο αγώνας άρχισε. Ο Ίλαρος κινήθηκε με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που είχε επιβιώσει από δώδεκα νίκες. Ο Αττίλιος όμως δεν υποχώρησε. Το πλήθος άρχισε να φωνάζει. Ο Ίλαρος επιτέθηκε, ο Αττίλιος απέφυγε. Ένα χτύπημα, μια απόκρουση, ένα ακόμη. Και τότε ήρθε η στιγμή. Ο Αττίλιος χτύπησε, ο Ίλαρος έπεσε.
Για λίγες στιγμές το Αμφιθέατρο σώπασε. Ύστερα ξέσπασε σε κραυγές. Ο πρωτάρης είχε νικήσει τον βετεράνο. Ο Σέβηρος είχε χάσει. Και είχε χάσει πολλά. Πάρα πολλά.
Τότε ένας άνδρας στάθηκε δίπλα του. Ο Νουμέριος Φέστιος Αμπλιάτος, σκληρός σχολάρχης μονομάχων και άνθρωπος που γνώριζε πολύ καλά την αξία του χρήματος.
— Δυσάρεστη ημέρα, είπε.
Ο Σέβηρος δεν απάντησε.
— Για σένα, πρόσθεσε ο Φέστιος.
Ο Σέβηρος τον κοίταξε.
— Θα πληρωθείς.
— Δεν αμφιβάλλω.
— Τότε φύγε.
Ο Φέστιος πλησίασε.
— Δεν έχεις τα χρήματα.
Ο Σέβηρος έσφιξε τα δόντια.
— Θα τα βρω.
Ο Φέστιος χαμογέλασε.
— Τα βρήκες ήδη.
Ο Σέβηρος κατάλαβε. Το μεγάλο στοίχημα είχε χρηματοδοτηθεί εκεί, στην κερκίδα. Ο Φέστιος είχε δανείσει στον Σέβηρο τα χρήματα που χρειαζόταν για να ποντάρει. Και τώρα ήθελε να τα πάρει πίσω. Με τόκο.
— Πότε; ρώτησε. — Θα πληρώσω. — Πότε;
Ο Σέβηρος δεν απάντησε. Ο Φέστιος έσκυψε λίγο πιο κοντά.
— Έχεις πατέρα. Έχεις οικογένεια. Έχεις αδελφή.
Το βλέμμα του Σέβηρου σκοτείνιασε.
— Μην τους αναφέρεις.
— Τότε βρες τα χρήματα.
Ο Φέστιος απομακρύνθηκε. Ο Σέβηρος έμεινε μόνος. Η αρένα συνέχιζε να φωνάζει, αλλά για εκείνον το θέαμα είχε τελειώσει. Το χρέος είχε αρχίσει να γίνεται σκιά. Και ο Φέστιος δεν ήταν άνθρωπος που ξεχνούσε.
Η Πρίμα ανεβαίνει στο βουνό
Λίγες ημέρες πριν από τον αρραβώνα, η Πρίμα σηκώθηκε νωρίς. Δεν εξήγησε σε κανέναν πού πήγαινε. Πήρε το κατάμαυρο άλογό της και βγήκε από την πόλη. Η Αιμιλία την είδε να φεύγει από μακριά και δεν την σταμάτησε. Ίσως να είχε ήδη καταλάβει.
Ο δρόμος προς τις πλαγιές του Βεζούβιου ήταν ήσυχος. Η Πρίμα άφησε πίσω της την πόλη και άρχισε να ανεβαίνει. Το άλογο πατούσε πάνω στο χώμα με σταθερό ρυθμό, ενώ ο αέρας κατέβαζε από τις πλαγιές τη μυρωδιά της γης, των φυτών και των αμπελιών. Όσο ανέβαινε, η Πομπηία απλωνόταν χαμηλότερα. Οι στέγες έμοιαζαν μικρότερες. Οι άνθρωποι σχεδόν εξαφανίζονταν. Η θάλασσα φαινόταν σαν ασημένια λωρίδα. Και ο Βεζούβιος ήταν παντού γύρω της, πράσινος και ήρεμος.
Η Πρίμα γνώριζε πως εκεί πάνω βρισκόταν ο Φήλιξ. Δεν είχε ξεκάθαρο πλάνο για το τι θα του έλεγε. Ήξεσε μόνο ότι έπρεπε να τον δει.
Όταν έφτασε στις κυψέλες, τον είδε σκυμμένο πάνω από μία από αυτές. Οι μέλισσες πετούσαν γύρω του και το φως του ήλιου έπεφτε πάνω στα φτερά τους. Ο Φήλιξ σήκωσε το κεφάλι. Είδε πρώτα το μαύρο άλογο. Ύστερα εκείνη. Και έμεινε ακίνητος.
— Πρίμα...
Εκείνη κατέβηκε από το άλογο.
— Φήλιξ.
Για λίγες στιγμές κανείς δεν μίλησε. Δεν υπήρχε ο πατέρας της. Δεν υπήρχε ο Σέβηρος. Δεν υπήρχε ο Σκόρπος. Δεν υπήρχε η Αιμιλία. Δεν υπήρχε κανείς. Μόνο εκείνοι. Και ίσως αυτό να ήταν που έκανε εκείνη τη στιγμή τόσο σημαντική. Μέχρι τότε είχαν ανταλλάξει βλέμματα, είχαν μιλήσει για λίγες λέξεις, είχαν συναντηθεί μέσα σε αυλές και ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους. Τώρα όμως ήταν η πρώτη φορά που βρίσκονταν πραγματικά μόνοι.
Η Πρίμα κοίταξε γύρω της.
— Δεν σε ενοχλώ;
— Όχι.
— Είσαι σίγουρος;
Ο Φήλιξ χαμογέλασε.
— Οι μέλισσες δεν παραπονιούνται εύκολα.
Η Πρίμα γέλασε. Και εκείνη η μικρή στιγμή έσπασε την αμηχανία.
— Ήθελα να έρθω, είπε.
— Το κατάλαβα.
— Πώς;
— Δεν ανεβαίνει κανείς εδώ χωρίς λόγο.
Η Πρίμα τον κοίταξε.
— Κι αν ο λόγος είναι κάποιος που βρίσκεται εδώ;
Ο Φήλιξ δεν απάντησε αμέσως. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα.
— Τότε είναι καλός λόγος.
Η Πρίμα χαμήλωσε το βλέμμα. Ύστερα τον κοίταξε ξανά.
— Σε λίγες ημέρες θα γίνει ο αρραβώνας μου.
Ο Φήλιξ ήξερε ποιος ήταν ο Σκόρπος. Είχε ακούσει το όνομα. Όμως άλλο ήταν να το ακούς από άλλους και άλλο να το ακούς από τα χείλη της γυναίκας που στεκόταν απέναντί σου.
— Με τον Σκόρπο;
Η Πρίμα έγνεψε.
— Ναι.
Ο Φήλιξ έστρεψε για λίγο το βλέμμα προς την πόλη.
— Τότε γιατί ήρθες;
Η Πρίμα πήρε βαθιά ανάσα.
— Γιατί δεν ήθελα να γίνει ο αρραβώνας χωρίς να σου πω κάτι.
— Τι;
Εκείνη πλησίασε. Τώρα βρίσκονταν τόσο κοντά ώστε ο Φήλιξ μπορούσε να δει τις μικρές χρυσές ανταύγειες στα μαλλιά της.
— Η καρδιά μου χτυπάει για σένα.
Ο Φήλιξ έμεινε σιωπηλός. Η Πρίμα χαμογέλασε αμήχανα.
— Ήταν πιο εύκολο όταν το έλεγα μέσα μου.
Εκείνος γέλασε χαμηλά.
— Κι εγώ νόμιζα ότι οι μέλισσες ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που είχα αντιμετωπίσει.
Η Πρίμα γέλασε. Και για πρώτη φορά ένιωσαν ότι μπορούσαν να είναι απλώς δύο νέοι άνθρωποι, χωρίς τους τίτλους, τις οικογένειες και τις υποχρεώσεις που τους χώριζαν.
Ο Φήλιξ την κοίταξε σοβαρά.
— Δεν ξέρω τι μπορώ να σου υποσχεθώ.
— Δεν σου ζητώ υποσχέσεις.
— Τότε τι μου ζητάς;
— Να ξέρεις.
— Τι;
— Ότι δεν είσαι αδιάφορος για μένα.
Ο Φήλιξ κατέβασε το βλέμμα.
— Δεν είσαι αδιάφορη ούτε εσύ για μένα.
Η Πρίμα δεν απάντησε. Δεν χρειαζόταν. Για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα άγγιξε το χέρι του. Ήταν ένα τόσο απλό άγγιγμα, σχεδόν διστακτικό, και όμως και οι δύο ένιωσαν πως μέσα σε εκείνη τη μικρή κίνηση είχε ειπωθεί κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Η Πρίμα κοίταξε τα δάχτυλά τους.
— Πρέπει να φύγω.
— Θα σε ξαναδώ;
Η ερώτηση βγήκε από τον Φήλικα πριν προλάβει να τη συγκρατήσει.
Η Πρίμα τον κοίταξε.
— Δεν ξέρω.
Ύστερα χαμογέλασε.
— Αλλά τώρα ξέρεις.
Ανέβηκε στο μαύρο άλογο και πήρε τα ηνία. Πριν φύγει, γύρισε για μία ακόμη φορά. Ο Φήλιξ στεκόταν εκεί, ανάμεσα στις κυψέλες. Η Πρίμα χαμογέλασε. Και κατηφόρισε.
Ο Φήλιξ την παρακολούθησε μέχρι που η μορφή της χάθηκε πίσω από τα δέντρα. Ύστερα κοίταξε τις μέλισσες.
— Τώρα μπλέξαμε, είπε.
Και αυτή τη φορά δεν μίλησε σε εκείνες.
Η Αιμιλία
Όταν η Πρίμα επέστρεψε, η Αιμιλία την περίμενε. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει πού είχε πάει, το κατάλαβε από το πρόσωπό της.
— Τον είδες.
Η Πρίμα έγνεψε.
— Και;
Η Πρίμα χαμογέλασε.
— Του το είπα.
— Τι;
— Ότι η καρδιά μου χτυπάει για εκείνον.
Η Αιμιλία έμεινε για λίγο σιωπηλή.
— Και εκείνος;
Η Πρίμα χαμογέλασε.
— Δεν χρειάστηκε να μου το πει.
Η Αιμιλία την αγκάλιασε, ύστερα όμως απομακρύνθηκε.
— Τότε αύριο θα είναι πιο δύσκολη ημέρα.
Η Πρίμα ήξερε πως είχε δίκιο.
Το τραπέζι της Πομπηίας
Ο Mάρκος Ολκώνιος Σατουρνίνος είχε αποφασίσει ότι ο αρραβώνας της κόρης του δεν θα ήταν μια μικρή οικογενειακή υπόθεση. Θα ήταν γιορτή. Όχι μόνο για την οικογένεια, για την Πομπηία. Έδωσε εντολή να μαγειρευτούν μεγάλες ποσότητες φαγητού.
— Και θέλω να μοιραστεί σε όλους, είπε.
Ο υπηρέτης τον κοίταξε.
— Σε όλους;
— Σε όλους.
— Και στους περαστικούς;
Ο Σατουρνίνος χαμογέλασε.
— Ιδίως στους περαστικούς. Αν κάποιος περνά από τον δρόμο και μυρίσει το φαγητό μας, δεν θέλω να φύγει πεινασμένος.
Έτσι, εκείνη την ημέρα η Πομπηία απέκτησε γεύση γιορτής. Ψωμί, ελιές, τυριά, όσπρια, λαχανικά, ψάρια και θαλασσινά, κρέας για το πλούσιο τραπέζι, φρούτα και προϊόντα της εποχής, σύκα, σταφύλια από τον πρόσφατο τρύγο, ξηρούς καρπούς και γλυκίσματα με μέλι και σουσάμι.
Η ζάχαρη δεν αποτελούσε μέρος της καθημερινής διατροφής των Ρωμαίων όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Για τη γλύκα χρησιμοποιούσαν κυρίως το μέλι, τους καρπούς και άλλες φυσικές γλυκαντικές ύλες. Το μέλι, άλλωστε, ήταν ένα από τα προϊόντα που έκαναν τον κόσμο του Φήλικα τόσο σημαντικό για την ιστορία μας.
Στο σπίτι του Σατουρνίνου όμως υπήρχε και κρασί. Άφθονο κρασί. Το κρασί των αμπελώνων που είχαν μόλις τελειώσει τον τρύγο. Και ανάμεσα στα φαγητά, οι υπηρέτες μετέφεραν μεγάλα πιάτα με σύκα, τυριά, ψάρια και θαλασσινά. Ήταν ένα τραπέζι που έδειχνε τον πλούτο του οικοδεσπότη.
Αλλά ο Σατουρνίνος δεν ξέχασε τους φτωχότερους. Έξω από το σπίτι άρχισε να μοιράζεται έτοιμο φαγητό. Σε εργάτες, σε οικογένειες, σε ανθρώπους που είχαν έρθει για τη γιορτή, ακόμη και σε περαστικούς που δεν γνώριζαν καν την οικογένεια. Κανείς δεν ρωτούσε ποιος ήταν. Αν περνούσε από τον δρόμο, έπαιρνε φαγητό. Ο Σατουρνίνος ήθελε ο αρραβώνας της κόρης του να αφήσει πίσω του χαμόγελα.
Η ημέρα των θερμοπωλείων
Για μία ημέρα, πολλοί άνθρωποι δεν χρειάστηκε να πάνε στα θερμοπώλια της πόλης. Τα Thermopolia ήταν μέρος της καθημερινής ζωής της Πομπηίας. Εκεί μπορούσε κάποιος να αγοράσει έτοιμο φαγητό ή ποτό χωρίς να χρειάζεται να μαγειρέψει στο σπίτι. Οι δρόμοι της Πομπηίας ήταν γεμάτοι από τέτοιες επιχειρήσεις. Πήλινα δοχεία ενσωματωμένα στους πάγκους, μαγειρεμένα φαγητά, ποτά και άνθρωποι που σταματούσαν για ένα γρήγορο γεύμα.
Εκείνη όμως την ημέρα πολλοί προτίμησαν να πάρουν το δωρεάν φαγητό της γιορτής. Ένας θερμοπώλης κοίταξε τον δρόμο.
— Σήμερα δεν θα έχουμε δουλειά φαίνεται, τρώνε όλοι τζάμπα.

Ένα αρχαίο ρωμαϊκό θερμοπώλιο (Thermopolium) σε πλακόστρωτο δρόμο της Πομπηίας με τον Βεζούβιο στο βάθος

Ο διπλανός του γέλασε.
— Αύριο θα ξαναπεινάσουν.
— Αυτό είναι αλήθεια.
Και οι δύο γέλασαν. Δεν γνώριζαν ότι η Πομπηία είχε μπροστά της λιγότερο από έναν χρόνο ζωής. Δεν γνώριζαν ότι οι πάγκοι τους, τα αγγεία τους, τα μαγειρεία τους και τα φαγητά που ετοίμαζαν θα έμεναν κάποτε θαμμένα κάτω από την τέφρα. Για εκείνους ήταν απλώς μια ημέρα γιορτής.

Το sponsalia (Η τελετή των αρραβώνων)

Στο σπίτι του Σατουρνίνου όλα ήταν έτοιμα. Ο Σκόρπος έφτασε με τους δικούς του. Ήταν άνδρας περίπου σαράντα ετών, ισχυρός, έμπειρος, με κοινωνική θέση και κύρος. Δεν είχε το πρόσωπο τέρατος. Δεν ήταν τέρας. Ήταν ένας ισχυρός άνδρας που πίστευε πως η ζωή του είχε πάρει τον δρόμο που έπρεπε.
Η Πρίμα στάθηκε απέναντί του και η τελετή άρχισε. Οι ρωμαϊκοί αρραβώνες, τα sponsalia, μπορούσαν να συνοδεύονται από επίσημη συμφωνία, γιορτή και ανταλλαγή δαχτυλιδιού. Ο Σκόρπος πήρε το δαχτυλίδι. Για μια στιγμή το κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλά του, ύστερα κοίταξε την Πρίμα.
— Δέξου το.
Εκείνη άπλωσε το χέρι και το δαχτυλίδι πέρασε στο δάχτυλό της.
Για τους ανθρώπους γύρω τους ήταν μια στιγμή χαράς. Για την Πρίμα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Κοίταξε το χρυσό και σκέφτηκε ένα άλλο χέρι, το χέρι του Φήλικα. Το δαχτυλίδι ξαφνικά της φάνηκε βαρύτερο απ' όσο θα περίμενε.
Ο Φήλιξ έρχεται
Η γιορτή είχε ήδη αρχίσει όταν ένας υπηρέτης ανακοίνωσε έναν επισκέπτη. Ο Λούκιος Φήλιξ. Μπήκε μέσα και κανείς δεν το περίμενε. Η Πρίμα πάγωσε. Ο Σκόρπος γύρισε προς την είσοδο.
Ο Σέβηρος τον πλησίασε με αυστηρό βλέμμα και τον ρώτησε:
— Τι θες;
Ο Φήλιξ απάντησε ήρεμα:
— Ήρθα να μου πληρώσεις το μέλι.
Ο Σέβηρος, κοιτάζοντας γύρω του τους καλεσμένους, είπε χαμηλόφωνα:
— Δεν είναι η κατάλληλη ώρα για αυτό.
Ο Φήλιξ έριξε μια ματιά στο πλήθος και μετά κοίταξε την Πρίμα.
— Τότε να ευχηθώ και να φύγω...
Πλησίασε, πήρε ένα κύπελλο και σήκωσε το κρασί.
— Στην υγεία σας.
Ο Σκόρπος χαμογέλασε.
— Ευχαριστώ.
Ο Φήλιξ κοίταξε ξανά την Πρίμα στα μάτια.
— Να είστε ευτυχισμένοι.
Η Πρίμα δεν μπόρεσε να απαντήσει αμέσως.
— Ευχαριστώ, είπε τελικά.
Ο Φήλιξ ήπιε, άφησε το κύπελλο και έφυγε. Χωρίς σκηνή. Χωρίς θυμό. Χωρίς κατηγορία. Μόνο με εκείνη τη σιωπηλή αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου που μόλις είχε ευχηθεί ευτυχία στη γυναίκα που αγαπούσε. Η Αιμιλία τον είδε να φεύγει. Και κατάλαβε.
Ο Ρούφος
Έξω από το σπίτι τον περίμενε ο Ρούφος.
— Δεν έμεινες.
Ο Φήλιξ κούνησε το κεφάλι.
— Δεν είχα λόγο.
— Είχες.
Ο Φήλιξ τον κοίταξε.
— Τι εννοείς;
— Να της πεις να φύγει μαζί σου.
Ο Φήλιξ χαμογέλασε πικρά.
— Και να την κάνω τι;
— Να την πάρεις.
— Δεν είναι πράγμα.
Ο Ρούφος σώπασε. Ο Φήλιξ κοίταξε προς το σπίτι.
— Έχει οικογένεια. Έχει πατέρα. Έχει υποσχεθεί κάτι.
— Και εσύ;
Ο Φήλιξ δεν απάντησε. Ο Ρούφος στάθηκε δίπλα του.
— Τότε τουλάχιστον μη χαθείς.
Ο Φήλιξ γύρισε.
— Τι εννοείς;
— Εννοώ ότι αν αυτή η ιστορία τελειώσει εδώ, θα το μετανιώσεις.
Ο Φήλιξ κοίταξε τον φίλο του.
— Δεν ξέρω πώς θα τελειώσει.
Ο Ρούφος χαμογέλασε.
— Ούτε εγώ.
Και κανείς από τους δύο δεν μπορούσε να ξέρει πόσο σημαντική θα γινόταν εκείνη η κουβέντα.
Η σκιά του Φέστιου
Την ίδια νύχτα ο Σέβηρος δεν γιόρταζε. Ο αρραβώνας της αδελφής του είχε γίνει με μεγαλοπρέπεια. Η Πομπηία είχε φάει και είχε πιει. Ο πατέρας του ήταν ευτυχισμένος. Η Πρίμα είχε φορέσει το δαχτυλίδι. Και εκείνος; Είχε ένα χρέος. Ένα μεγάλο χρέος. Και ο Φέστιος Αμπλιάτος δεν ήταν άνθρωπος που ξεχνούσε.
Όταν ο Σέβηρος επέστρεψε, βρήκε έναν άνδρα να τον περιμένει. Τον ίδιο.
— Δεν είναι ώρα για επισκέψεις, είπε ο Σέβηρος.
— Για μένα είναι.
— Θα πληρώσω.
— Το είπες και στην αρένα.
— Θα βρω τα χρήματα.
Ο Φέστιος πλησίασε.
— Ξέρεις τι μου αρέσει σε σένα, Σέβηρε;
— Δεν με ενδιαφέρει.
— Ότι είσαι περήφανος.
Ο Σέβηρος τον κοίταξε.
— Και ξέρεις τι δεν μου αρέσει;
Σιωπή.
— Ότι οι περήφανοι άνθρωποι αργούν να καταλάβουν πόσο βαθιά μπορούν να βρεθούν στο χρέος.
Ο Φέστιος γύρισε να φύγει.
— Έχεις χρόνο.
Ο Σέβηρος αναστέναξε. Ο Φέστιος σταμάτησε.
— Όχι πολύ.
Και χάθηκε μέσα στη νύχτα.
Οι πρώτοι νεκροί
Τις επόμενες ημέρες άρχισαν να εμφανίζονται πράγματα που δεν ταίριαζαν με την εποχή. Στην αρχή ήταν ένα πουλί. Το βρήκαν νεκρό κοντά σε μια καλλιέργεια. Ύστερα άλλο. Και άλλο. Κάποιοι είπαν πως ήταν αρρώστια. Άλλοι πως ήταν δηλητήριο. Κάποιοι παρατήρησαν ότι και μερικά μικρά ζώα είχαν ψοφήσει.
Η είδηση έφτασε στους οιωνοσκόπους. Και τότε η πόλη άρχισε να μιλά ξανά για τους θεούς.
— Είναι σημάδι.
— Από ποιον θεό;
— Δεν ξέρουμε.
— Τότε πρέπει να θυσιάσουμε.
Έτσι σκέφτονταν οι άνθρωποι. Όχι επειδή δεν καταλάβαιναν τον κόσμο. Αλλά επειδή αυτός ήταν ο κόσμος τους. Όταν η φύση έκανε κάτι που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν, έψαχναν το νόημά του στους θεούς. Και ο Βεζούβιος εξακολουθούσε να στέκεται εκεί. Πράσινος. Ήσυχος. Αθόρυβος.
Η νύχτα της Πομπηίας
Εκείνο το βράδυ η Πρίμα κάθισε μόνη. Το δαχτυλίδι βρισκόταν ακόμη στο χέρι της. Το κοίταξε, ύστερα έκλεισε τα μάτια. Είδε τον Σκόρπο. Είδε τον πατέρα της. Είδε την Αιμιλία. Και ύστερα είδε τον Φήλικα. Στην πλαγιά, ανάμεσα στις κυψέλες, κάτω από το πράσινο βουνό.
Ο Φήλιξ βρισκόταν κι εκείνος μόνος. Ο Ρούφος είχε φύγει. Οι μέλισσες είχαν ησυχάσει. Ο άνεμος περνούσε ανάμεσα στα δέντρα. Ο Φήλιξ κοίταξε προς την Πομπηία. Κάπου εκεί βρισκόταν η γυναίκα που αγαπούσε. Και ανάμεσά τους υπήρχε πλέον ένα δαχτυλίδι, ένα όνομα, μια οικογένεια, ένας αρραβώνας και ένας δρόμος που κανείς τους δεν μπορούσε ακόμη να δει.
Πιο μακριά, κάτω από το φως της Σελήνης, ο Βεζούβιος κοιμόταν. Ή έτσι νόμιζαν όλοι. Για τους κατοίκους της Πομπηίας ήταν απλώς το πράσινο βουνό που γνώριζαν από παιδιά. Για τον Φήλικα ήταν το βουνό πάνω από τις κυψέλες του. Για την Πρίμα ήταν ο τόπος όπου, για πρώτη φορά, είχε μιλήσει μόνη με τον άνθρωπο που είχε αρχίσει να αγαπά. Για τον Σέβηρο ήταν πλέον το σκηνικό μπροστά σε ένα χρέος που έπρεπε να πληρωθεί. Και για την ιστορία που μόλις είχε αρχίσει να γράφεται, ήταν το βουνό που κρατούσε ακόμη κρυφό το μυστικό του.
Κανείς στην Πομπηία δεν ήξερε ότι ο χρόνος είχε αρχίσει να μετρά αντίστροφα. Κανείς δεν είχε κατά νου ότι κάποιοι από τους ανθρώπους που εκείνη τη νύχτα γελούσαν, αγαπούσαν, έτρωγαν, έπιναν και ονειρεύονταν, θα έμεναν κάποτε για πάντα μέσα στην τέφρα. Και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το δαχτυλίδι της Πρίμας, το χρέος του Σέβηρου και η αγάπη του Φήλικα θα συνέχιζαν να γράφουν την ιστορία τους μέσα στους επόμενους μήνες.
Η Πομπηία κοιμήθηκε. Ο Βεζούβιος έμεινε σιωπηλός. Ο Οκτώβριος όμως είχε αφήσει πίσω του περισσότερα ερωτήματα απ' όσα είχε βρει. Και κάπου μέσα στη νύχτα, χωρίς να το γνωρίζει κανείς, είχαν ήδη γεννηθεί τρία πράγματα που θα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία που ερχόταν: ένας έρωτας, ένα χρέος και ένα μυστικό.
Συνεχίζεται με το επεισόδιο του Νοεμβρίου το 79 μ.Χ

Melissocosmos

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του άρθρου μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα γίνει αναφορά πως ανήκει στον Melissocosmos με ενεργό link...

Δεν υπάρχουν σχόλια: