
1830 — Ο τρίτος χρόνος του Καποδίστρια: Το κράτος που γεννήθηκε πριν συμφωνήσουν οι Έλληνες για το μέλλον του
Υπάρχει μια στιγμή στην ιστορία ενός τόπου κατά την οποία ο αγώνας για την ελευθερία τελειώνει στα χαρτιά, αλλά συνεχίζεται μέσα στις ζωές των ανθρώπων. Για την Ελλάδα, το 1830 ήταν ακριβώς μια τέτοια στιγμή. Ύστερα από χρόνια πολέμου, οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγνώριζαν την ανεξαρτησία της. Ο ελληνικός αγώνας αποκτούσε την πολυπόθητη διεθνή δικαίωση, ενώ ο Ιωάννης Καποδίστριας βρισκόταν μπροστά σε μια αποστολή διαφορετική από εκείνη που είχε αναλάβει όταν έφτασε στην Ελλάδα: να διαχειριστεί όχι μόνο τη γέννηση ενός κράτους, αλλά και την αβεβαιότητα για το ποιος θα το κυβερνούσε, με ποιους κανόνες και προς όφελος ποιων.
Οι διαφορετικές όψεις της ελευθερίας
Το δύσκολο εκείνης της χρονιάς δεν ήταν ότι έλειπαν οι άνθρωποι που ήθελαν μια ελεύθερη Ελλάδα. Ήταν ότι δεν εννοούσαν όλοι το ίδιο πράγμα όταν μιλούσαν για ελευθερία. Για έναν φτωχό καλλιεργητή, μπορούσε να σημαίνει πως κανένας ένοπλος δεν θα του άρπαζε τη σοδειά και πως το παιδί του θα μεγάλωνε χωρίς να γνωρίσει τον πόλεμο. Για έναν παλιό καπετάνιο, μπορούσε να σημαίνει πως οι θυσίες του θα αναγνωρίζονταν και πως δεν θα παραμεριζόταν από ανθρώπους που δεν είχαν μοιραστεί τους κινδύνους του Αγώνα. Για έναν πολιτικό, η ελευθερία μπορούσε να σημαίνει σύνταγμα, αντιπροσώπευση και συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων. Για τον Καποδίστρια, προϋπέθετε πρώτα μια διοίκηση ικανή να επιβιώσει, να συγκεντρώσει πόρους και να επιβάλει κοινούς κανόνες σε μια χώρα που είχε συνηθίσει να λειτουργεί μέσα από τοπικές ισορροπίες.
Η αρχή της εσωτερικής σύγκρουσης
Αυτές οι αντιλήψεις δεν ήταν πάντοτε ασυμβίβαστες. Στην Ελλάδα του 1830, όμως, άρχισαν να συγκρούονται ολοένα εντονότερα. Και όσο το κράτος αποκτούσε διεθνή υπόσταση, τόσο δυσκολότερο γινόταν να αναβληθεί η εσωτερική συζήτηση για τη μορφή και τα όριά του.
Η υπογραφή που άλλαξε τη θέση της Ελλάδας
Στις 3 Φεβρουαρίου 1830, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία υπέγραψαν στο Λονδίνο το πρωτόκολλο με το οποίο αναγνώριζαν την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος. Για πρώτη φορά, η ελληνική ανεξαρτησία αποκτούσε σαφή διεθνή αναγνώριση. Η Επανάσταση είχε περάσει από το πεδίο των μαχών και των διπλωματικών διαβουλεύσεων σε μια νέα πραγματικότητα: η Ελλάδα δεν θα αποτελούσε πλέον αυτόνομη περιοχή υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, αλλά ανεξάρτητο πολιτικό σχηματισμό.
Το πρόβλημα των περιορισμένων συνόρων
Η απόφαση είχε τεράστια σημασία, αλλά δεν ήταν η εκπλήρωση όλων των ελληνικών προσδοκιών. Τα σύνορα που προτείνονταν ήταν περιορισμένα. Η γραμμή θα ξεκινούσε από τις εκβολές του Αχελώου και θα έφτανε έως τις εκβολές του Σπερχειού, αφήνοντας εκτός του νέου κράτους περιοχές με σημαντικούς ελληνικούς πληθυσμούς και τόπους που είχαν συνδεθεί με τον Αγώνα. Η Κρήτη, η Σάμος και άλλες περιοχές δεν περιλαμβάνονταν στην επικράτεια που οριζόταν με το πρωτόκολλο.
Για όσους είχαν πολεμήσει πιστεύοντας πως η ελευθερία θα απλωνόταν σε μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου, η νέα πραγματικότητα γεννούσε ανάμεικτα αισθήματα. Η ανεξαρτησία ήταν κατάκτηση ανεκτίμητη, αλλά η γεωγραφία της δεν ανταποκρινόταν στο σύνολο των προσδοκιών που είχαν γεννηθεί μέσα στην Επανάσταση. Η χώρα που αναγνωριζόταν διεθνώς ήταν μικρότερη από τη χώρα που πολλοί είχαν ονειρευτεί.
Η επιλογή του Λεοπόλδου και η πολιτειακή αντίφαση
Το πρωτόκολλο προέβλεπε επίσης μοναρχικό πολίτευμα. Οι τρεις Δυνάμεις επέλεξαν τον πρίγκιπα Λεοπόλδο του Σαξ-Κόμπουργκ για τον ελληνικό θρόνο. Έτσι, ενώ ο Καποδίστριας συνέχιζε να κυβερνά και να προσπαθεί να οργανώσει τις υπηρεσίες του κράτους, η διεθνής απόφαση έθετε ήδη στο προσκήνιο τον μελλοντικό μονάρχη.
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αντιφάσεις του 1830. Ο άνθρωπος που είχε αναλάβει να θεμελιώσει την ελληνική διοίκηση έπρεπε να συνεχίσει το έργο του, γνωρίζοντας ότι η πολιτειακή μορφή που θα προέκυπτε από τις διαπραγματεύσεις ενδέχεται να περιόριζε τον δικό του ρόλο. Παράλληλα, οι πολιτικοί του αντίπαλοι αποκτούσαν ένα νέο επιχείρημα: η διακυβέρνησή του δεν μπορούσε να θεωρείται απεριόριστη ή μόνιμη, αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν ήδη αποφασίσει ότι η χώρα θα αποκτούσε βασιλιά.
Η εξέλιξη αυτή δεν σήμαινε ότι η Ελλάδα ήταν έτοιμη να παραδώσει την εξουσία σε έναν νέο ηγεμόνα. Ούτε είχε λυθεί το ζήτημα των οικονομικών εγγυήσεων, της διοικητικής μετάβασης and των όρων υπό τους οποίους θα λειτουργούσε η μοναρχία. Η διεθνής απόφαση είχε προηγηθεί της εσωτερικής προετοιμασίας. Η Ελλάδα είχε αναγνωριστεί ως κράτος, αλλά η ίδια η πολιτική της ζωή παρέμενε σε μεγάλο βαθμό μετέωρη.
Η επιστολή προς τον Λεοπόλδο και οι ανησυχίες ενός Κυβερνήτη
Την άνοιξη του 1830, ο Καποδίστριας απευθύνθηκε στον Λεοπόλδο με επιστολές που φανερώνουν πόσο σύνθετη ήταν η θέση του. Δεν τον απασχολούσε μόνο το αν θα ερχόταν ο νέος ηγεμόνας. Τον απασχολούσε και το τι ακριβώς θα παραλάμβανε, ποιες εγγυήσεις θα είχε το ελληνικό κράτος και πώς θα εφαρμοζόταν μια διεθνής συμφωνία που άφηνε σημαντικά ζητήματα αδιευκρίνιστα.
Στην αλληλογραφία του έθετε προβλήματα που δεν ήταν καθόλου τυπικά. Τι θα συνέβαινε με τις δημόσιες γαίες; Πώς θα προσδιοριζόταν η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας; Ποιες θα ήταν οι πραγματικές εξουσίες του μονάρχη; Με ποιους όρους θα εξασφαλιζόταν το δάνειο που είχε ανάγκη η χώρα; Πώς θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει τις αποφάσεις των Δυνάμεων, όταν σημαντικές λεπτομέρειες παρέμεναν ασαφείς;
Η ανησυχία του ήταν συγκεκριμένη: μια απόφαση που λαμβανόταν έξω από την Ελλάδα μπορούσε να δημιουργήσει υποχρεώσεις τις οποίες η ελληνική διοίκηση θα έπρεπε να εκπληρώσει, χωρίς να διαθέτει ακόμη όλα τα μέσα και τις διευκρινίσεις που χρειαζόταν. Ο Καποδίστριας γνώριζε ότι οι διεθνείς συμφωνίες δεν εφαρμόζονται σε κενό χώρο. Έπρεπε να εφαρμοστούν σε μια κοινωνία που έβγαινε από πόλεμο, με θεσμούς που δεν είχαν ακόμη σταθεροποιηθεί και με οικονομικά μέσα εξαιρετικά περιορισμένα.
Η στάση του απέναντι στον Λεοπόλδο δεν ήταν απλώς η στάση ενός απερχόμενου κυβερνήτη που ήθελε να διατηρήσει την επιρροή του. Στις επιστολές του φαίνεται η προσπάθεια να προετοιμαστεί η μετάβαση, αλλά και η αγωνία του για τις συνέπειες των αποφάσεων που είχαν ληφθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή του ήταν αναγκαστικά σωστή ή ότι η κριτική εναντίον του ήταν άδικη. Σημαίνει, όμως, πως η dυσκολία του έργου του δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην προσωπική του επιθυμία να κυβερνά.
Η άρνηση του Λεοπόλδου και η παράταση της αβεβαιότητας
Ο Λεοπόλδος τελικά αρνήθηκε το ελληνικό στέμμα. Η απόφασή του, που έγινε αποδεκτή από τη Διάσκεψη του Λονδίνου τον Μάιο, συνδεόταν με τις επιφυλάξεις του για τις συνοριακές ρυθμίσεις, τις εγγυήσεις και τους όρους υπό τους οποίους θα αναλάμβανε την εξουσία. Η Ελλάδα βρέθηκε έτσι ξανά μπροστά στην αναμονή, ενώ η λύση που είχε σχεδιαστεί για την κορυφή του πολιτεύματος ακυρωνόταν προτού εφαρμοστεί.
Η άρνηση είχε συνέπειες πέρα από το διπλωματικό πεδίο. Η κυβέρνηση του Καποδίστρια συνέχιζε να ασκεί την εξουσία, αλλά η προσωρινότητα της πολιτικής κατάστασης γινόταν περισσότερο αισθητή. Οι αντίπαλοί του μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η χώρα χρειαζόταν διαφορετική πολιτική κατεύθυνση και συνταγματική λειτουργία. Οι υποστηρικτές του, από την άλλη, έβλεπαν πόσο επικίνδυνο ήταν να αποδυναμωθεί η διοίκηση τη στιγμή που η διεθνής διευθέτηση παρέμενε ατελής.
Το πρόβλημα ήταν ότι κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει με βεβαιότητα πόσο θα διαρκούσε αυτή η μεταβατική περίοδος. Κι όταν μια χώρα δεν γνωρίζει ποια μορφή θα έχει η εξουσία της σε λίγους μήνες, κάθε πολιτική απόφαση γίνεται βαρύτερη. Άλλοι επιδιώκουν να προλάβουν τις εξελίξεις, άλλοι φοβούνται ότι θα παραμεριστούν, ενώ οι πολίτες περιμένουν να μάθουν ποιος θα έχει τελικά την ευθύνη για τη ζωή τους.
Οι άνθρωποι που περίμεναν να δουν τι θα αλλάξει
Η μεγάλη διπλωματική επιτυχία δεν έλυσε τις καθημερινές δυσκολίες. Στα χωριά, η ζωή εξακολουθούσε να εξαρτάται από τη σοδειά, τη διαθεσιμότητα ζώων, τα εργαλεία, την πρόσβαση στην αγορά και την ασφάλεια των δρόμων. Ο πόλεμος είχε αφήσει πίσω του οικογένειες που προσπαθούσαν να ξαναφτιάξουν το σπίτι τους και καλλιεργητές που δεν διέθεταν τα μέσα για να αξιοποιήσουν όλη τη γη τους. Η ειρήνη είχε αξία, αλλά η επιβίωση απαιτούσε καθημερινή εργασία και χρόνο.
Η κυβέρνηση συνέχιζε τις προσπάθειες για την ανασυγκρότηση της γεωργίας, την ανάπτυξη της εκπαίδευσης και τη δημιουργία διοικητικών υπηρεσιών. Οι πρωτοβουλίες των προηγούμενων ετών δεν μπορούσαν να αποδώσουν παντού ταυτόχρονα. Η διάδοση νέων καλλιεργειών και η φροντίδα των δενδροφυτεύσεων χρειάζονταν ανθρώπους που να μπορούν να εργαστούν, διαθέσιμη γη και πόρους. Η οργάνωση των σχολείων απαιτούσε δασκάλους και βιβλία, ενώ η λειτουργία των υπηρεσιών προϋποτεθέτε υπαλλήλους, μισθούς και σταθερούς κανόνες.
Τα ζωντανά παραδείγματα της κρατικής μέριμνας
Στην Αίγινα, το Ορφανοτροφείο και το Κεντρικό Σχολείο αποτελούσαν ήδη ζωντανά παραδείγματα της προσπάθειας να δημιουργηθούν δομές με διάρκεια. Η φροντίδα των ορφανών του Αγώνα και η εκπαίδευση νέων ανθρώπων δεν έδιναν θεαματικά αποτελέσματα από τη μια μέρα στην άλλη. Έδειχναν, όμως, πως η κρατική μέριμνα μπορούσε να πάρει συγκεκριμένη μορφή: παιδιά που είχαν χάσει την οικογένειά τους μπορούσαν να αποκτήσουν στέγη και μόρφωση, ενώ νέοι μπορούσαν να προετοιμαστούν για να υπηρετήσουν την εκπαίδευση και τη διοίκηση.
Αυτή η πλευρά της διακυβέρνησης συχνά χάνεται όταν η ιστορία αφηγείται μόνο τις πολιτικές συγκρούσεις. Ωστόσο, ένα κράτος δεν δημιουργείται μόνο με διπλωματικές πράξεις και στρατιωτικές αποφάσεις. Δημιουργείται όταν αρχίζουν να λειτουργούν υπηρεσίες, όταν τα παιδιά έχουν πρόσβαση στη μάθηση, όταν οι άνθρωποι μπορούν να προσφύγουν σε μια διοίκηση και όταν η δημόσια ζωή αποκτά κανόνες που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις διαθέσεις ενός τοπικού ισχυρού.
Το 1830, όλα αυτά βρίσκονταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Η χώρα δεν είχε ξεπεράσει τη φτώχεια, η εκπαίδευση δεν έφτανε σε όλους και οι υπηρεσίες δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν σε κάθε ανάγκη. Παρ’ όλα αυτά, οι προσπάθειες αυτές είχαν σημασία επειδή έθεταν ένα ερώτημα που θα ακολουθούσε την Ελλάδα για πολλές δεκαετίες: θα μπορούσε το κράτος να γίνει μέρος της καθημερινής ζωής των ανθρώπων και όχι απλώς μια εξουσία που εμφανίζεται για να ζητήσει φόρους, να στρατολογήσει άνδρες ή να επιβάλει διαταγές;
Ο Καποδίστριας πίστευε ότι η απάντηση απαιτούσε ισχυρή διοίκηση. Η αντίληψή του είχε λογική μέσα στις συνθήκες της εποχής, αλλά η εφαρμογή της γεννούσε αντιδράσεις. Όσο το κράτος επιχειρούσε να αναλάβει αρμοδιότητες που προηγουμένως ασκούσαν τοπικοί παράγοντες, τόσο περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονταν ότι έχαναν τον έλεγχο των υποθέσεών τους.
Ποιος θα κυβερνούσε την Ελλάδα;
Η αντιπολίτευση προς τον Καποδίστρια δεν ήταν μία ομάδα με ενιαία ιδεολογία. Οι αντιδράσεις προέρχονταν από διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές αφετηρίες. Ορισμένοι πολιτικοί ζητούσαν επιστροφή σε συνταγματική διακυβέρνηση. Τοπικοί ηγέτες ανησυχούσαν για την απώλεια της αυτονομίας τους. Ισχυροί οικονομικοί παράγοντες δεν ήθελαν να παραδώσουν εύκολα τον έλεγχο πόρων που είχαν διαχειριστεί επί χρόνια. Άλλοι θεωρούσαν ότι η κυβερνητική πολιτική περιόριζε υπερβολικά τη συμμετοχή ανθρώπων που είχαν παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση.
Η διαφωνία για το πολίτευμα ήταν πραγματική. Ο Καποδίστριας πίστευε ότι η χώρα χρειαζόταν συγκεντρωμένη εξουσία για να αντιμετωπίσει την αδυναμία της διοίκησης, την οικονομική κρίση και τις τοπικές αντιπαλότητες. Οι επικριτές του φοβούνταν ότι η συγκέντρωση αυτή θα γινόταν μόνιμη και πως οι συνταγματικές εγγυήσεις θα αναβάλλονταν επ’ αόριστον.
Αυτή η σύγκρουση δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο σε προσωπικές φιλοδοξίες. Υπήρχαν συμφέροντα, αλλά υπήρχαν και πολιτικές αρχές. Η ανάγκη για ένα κράτος που θα μπορούσε να εφαρμόζει τους νόμους του ήταν υπαρκτή. Το ίδιο υπαρκτή ήταν και η ανάγκη να υπάρχει έλεγχος στην εξουσία και χώρος για πολιτική συμμετοχή. Το ερώτημα ήταν αν οι δύο απαιτήσεις θα μπορούσαν να συνυπάρξουν σε μια χώρα που δεν είχε ακόμη σταθερούς θεσμούς και είχε ζήσει αλλεπάλληλες εσωτερικές συγκρούσεις.
Ο αντίκτυπος της Ιουλιανής Επανάστασης
Η Ιουλιανή Επανάσταση στη Γαλλία, τον Ιούλιο του 1830, έδωσε νέα ώθηση στις ευρωπαϊκές συζητήσεις για τη νομιμότητα της εξουσίας και τη συνταγματική διακυβέρνηση. Η ανατροπή του Καρόλου Ι΄ και η άνοδος του Λουδοβίκου-Φιλίππου έδειξαν πως οι πολιτικές ισορροπίες μπορούσαν να αλλάξουν γρήγορα, ακόμη και σε κράτη με μακρά μοναρχική παράδοση. Στην Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε το κλίμα μέσα στο οποίο οι αντίπαλοι του Κυβερνήτη ζητούσαν μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή.
Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ανήκε στους πολιτικούς που διαφωνούσαν με την κατεύθυνση της καποδιστριακής διακυβέρνησης. Ο Αδαμάντιος Κοραής, από το εξωτερικό, επέκρινε τον αυταρχισμό που διέκρινε στην πολιτική του Κυβερνήτη και υποστήριζε τις συνταγματικές ελευθερίες. Οι θέσεις τους δεν ήταν ταυτόσημες, ούτε η δράση τους είχε την ίδια μορφή. Αντιπροσώπευαν, ωστόσο, μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ανεξαρτησία δεν ολοκληρωνόταν με την απομάκρυνση της οθωμανικής εξουσίας· απαιτούσε και πολιτικούς θεσμούς που θα περιόριζαν την αυθαιρεσία.
Ο Καποδίστριας, από την πλευρά του, δεν θεωρούσε ότι η χώρα μπορούσε να επιστρέψει απλώς στις πολιτικές πρακτικές της Επανάστασης. Οι παλαιές αντιπαλότητες, οι προσωπικές συμμαίες και η εξάρτηση των τοπικών κοινοτήτων από ισχυρούς παράγοντες είχαν συμβάλει στην αποδιοργάνωση της χώρας. Χρειαζόταν, κατά τη γνώμη του, μια κεντρική αρχή που θα μπορούσε να αποφασίζει και να εφαρμόζει τις αποφάσεις της.
Εδώ, όμως, βρισκόταν και η αδυναμία της πολιτικής του. Όταν η κυβέρνηση αντιμετώπιζε την αντίρρηση ως εμπόδιο στην κρατική οργάνωση, περιόριζε τις δυνατότητες συνεννόησης. Οι αντίπαλοι, από την άλλη, όταν έβλεπαν κάθε κεντρική απόφαση ως απειλή για την ελευθερία τους, δυσκόλευαν τη δημιουργία κοινών κανόνων. Η πολιτική ζωή παγιδευόταν ανάμεσα σε δύο φόβους: τον φόβο της διάλυσης του κράτους και τον φόβο της ανεξέλεγκτης εξουσίας.
Ύδρα: όταν τα έσοδα έγιναν ζήτημα εξουσίας
Η Ύδρα δεν ήταν μια συνηθισμένη επαρχία. Η ναυτική της δύναμη, ο εμπορικός της πλούτος και η συμβολή της στον Αγώνα είχαν δώσει στους ανθρώπους της ξεχωριστή θέση. Οι οικογένειες που είχαν χρηματοδοτήσει πλοία και επιχειρήσεις διέθεταν ισχυρά δίκτυα και σημαντική επιρροή. Μετά την Επανάσταση, όμως, η δημιουργία ενός ενιαίου κράτους έθετε ένα δύσκολο ερώτημα: ποιος θα διαχειριζόταν τα έσοδα που ήταν αναγκαία για τη δημόσια διοίκηση και ποιος θα είχε τον έλεγχο της ναυτικής δύναμης;
Για την κυβέρνηση, τα δημόσια έσοδα έπρεπε να συγκεντρώνονται και να χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες του συνόλου. Για τους τοπικούς παράγοντες, η μεταφορά του ελέγχου προς το κέντρο μπορούσε να σημαίνει απώλεια της οικονομικής αυτονομίας και της πολιτικής τους επιρροής. Οι διαφωνίες για τα τελωνειακά έσοδα και τη διαχείριση των πόρων είχαν επομένως μεγαλύτερη σημασία από μια απλή διαφορά λογιστικής.
Ο Γεώργιος Κουντουριώτης και οι ισχυροί κύκλοι της Ύδρας δεν ήταν πρόσωπα χωρίς ιστορικό βάρος. Η συμμετοχή τους στον Αγώνα είχε προσφέρει στην Ελλάδα μέσα χωρίς τα οποία η επανάσταση δύσκολα θα είχε αντέξει. Η συμβολή αυτή, όμως, δεν απαντούσε αυτομάτως στο ερώτημα ποια θέση έπρεπε να έχουν στο νέο κράτος. Το γεγονός ότι κάποιος είχε προσφέρει πολλά στην Επανάσταση δεν σήμαινε αναγκαστικά ότι έπρεπε να διατηρήσει τον έλεγχο των ίδιων πόρων και μετά την ανεξαρτησία.
Από την άλλη πλευρά, η κεντρική διοίκηση δεν μπορούσε να ζητά από όλους να παραδώσουν αρμοδιότητες χωρίς να εξηγεί πώς θα εξασφαλίζονταν η λογοδοσία και η δίκαιη χρήση των χρημάτων. Η συγκέντρωση πόρων ήταν απαραίτητη για να λειτουργήσει το κράτος, αλλά η εμπιστοσύνη δεν μπορούσε να επιβληθεί μόνο με εντολές.
Το 1830 η ένταση γύρω από αυτά τα ζητήματα αυξανόταν. Η Ύδρα δεν είχε ακόμη περάσει στην ανοιχτή σύγκρουση του 1831, όταν η κρίση θα επεκτεινόταν στον στόλο και θα έφτανε μέχρι τον Πόρο. Οι αντιθέσεις, ωστόσο, είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνουν ένα επικίνδυνο πολιτικό περιβάλλον. Η διαφορά για τη διαχείριση των εσόδων γινόταν διαφορά για την ίδια τη φύση της εξουσίας.
Μάνη: η παλιά αυτονομία απέναντι στο νέο κράτος
Στη Μάνη, η σύγκρουση είχε διαφορετικές ρίζες. Η περιοχή είχε αναπτύξει ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτικές δομές, βασισμένες σε ισχυρές οικογένειες, τοπικές σχέσεις και μια μακρά παράδοση αυτονομίας. Οι άνθρωποι της Μάνης είχαν συμμετάσχει στον Αγώνα με σημαντικές θυσίες, ενώ οι ηγετικές οικογένειες είχαν αποκτήσει ιδιαίτερο κύρος μέσα στην Επανάσταση.
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ήταν ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους εκπροσώπους αυτής της παράδοσης. Η θέση του δεν προερχόταν μόνο από την προσωπική του δύναμη, αλλά και από τον ρόλο που είχε παίξει η οικογένειά του στην ιστορία της Μάνης και στην Επανάσταση. Η συγκρότηση, όμως, ενός κεντρικού κράτους απαιτούσε να περιοριστεί η ανεξαρτησία των τοπικών εξουσιών και να εφαρμοστούν κοινοί κανόνες.
Για την κυβέρνηση, δεν ήταν δυνατό να υπάρχει πραγματική ενότητα αν κάθε περιοχή διατηρούσε τη δική της πολιτική και οικονομική αυτονομία. Για τους τοπικούς ηγέτες, όμως, η νέα διοίκηση μπορούσε να εκληφθεί ως απειλή για μια θέση που είχε αποκτηθεί μέσα από ιστορικές συνθήκες και αγώνες. Η σύγκρουση δεν ήταν απλώς ανάμεσα σε έναν κυβερνήτη και μια οικογένεια. Ήταν ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς θα μετατρεπόταν μια επαναστατημένη χώρα σε ενιαίο κράτος.
Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να αφήσει τις τοπικές εξουσίες ανεξέλεγκτες, αλλά ούτε η πολιτική συγκέντρωσης της εξουσίας μπορούσε να αγνοήσει την ιστορική πραγματικότητα των περιοχών. Όταν οι αποφάσεις του κέντρου θεωρούνταν προσβολή της τοπικής αξιοπρέπειας, η αντίδραση αποκτούσε χαρακτήρα βαθύτερο από την αντίθεση σε ένα διοικητικό μέτρο.
Το 1830 η αντιπαράθεση δεν είχε φτάσει ακόμη στο σημείο που θα έφτανε το 1831, με την κράτηση του Πετρόμπεη και την τελική σύγκρουση της οικογένειάς του με τον Κυβερνήτη. Η δυσπιστία, ωστόσο, είχε ήδη γίνει μέρος της πολιτικής πραγματικότητας. Οι δυνατότητες συμβιβασμού δεν είχαν εξαφανιστεί, αλλά η καχυποψία έκανε κάθε υποχώρηση να μοιάζει επικίνδυνη. Για την κυβέρνηση, μια παραχώρηση μπορούσε να θεωρηθεί αδυναμία. Για τους τοπικούς ηγέτες, η αποδοχή των κυβερνητικών απαιτήσεων μπορούσε να σημαίνει ότι θα έχαναν οριστικά τη θέση τους.
Έτσι, οι συγκρούσεις της Ύδρας και της Μάνης, παρότι διαφορετικές, συναντιούνταν σε ένα κοινό ερώτημα: μπορούσε το νέο κράτος να επιβληθεί χωρίς να μετατρέψει σε εχθρούς του ανθρώπους που είχαν συμβάλει στη δημιουργία του;
Το Χρονικό της Κυψέλης — Το νέκταρ δεν ανήκει σε έναν μόνο τόπο
Ο μελισσοκόμος γνωρίζει πως το μέλι που συγκεντρώνει μια κυψέλη δεν προέρχεται από ένα μόνο λουλούδι. Οι εργάτριες επισκέπτονται διαφορετικά φυτά, σε διαφορετικά σημεία και σε διαφορετικές ώρες. Η καθεμιά επιστρέφει με το φορτίο της, αλλά η τροφή γίνεται απόθεμα της αποικίας μόνο όταν ενταχθεί σε μια κοινή λειτουργία. Η κυψέλη δεν μπορεί να ζήσει αν κάθε τμήμα της κρατά τη δική του τροφή και αρνείται να συμβάλει στις συνολικές ανάγκες.
Ωστόσο, ο μελισσοκόμος δεν θα περίμενε από ένα αδύναμο μελίσσι να προσφέρει το ίδιο με ένα δυνατό, ούτε θα αντιμετώπιζε κάθε έλλειψη ως απόδειξη κακής θέλησης. Θα εξέταζε την ανθοφορία, τη δύναμη του πληθυσμού, τις ανάγκες του γόνου και τα αποθέματα που είχε στη διάθεσή του. Θα προσπαθούσε να καταλάβει γιατί ένα μελίσσι δυσκολεύεται, πριν αποφασίσει τι πρέπει να κάνει.
Η Ελλάδα του 1830 είχε επίσης διαφορετικές δυνάμεις και διαφορετικές ανάγκες. Τα νησιά με τον εμπορικό τους πλούτο, οι ορεινές περιοχές με τις ιδιαίτερες κοινωνικές τους δομές, οι κατεστραμμένες αγροτικές κοινότητες και τα διοικητικά κέντρα δεν ξεκινούσαν από την ίδια αφετηρία. Η δημιουργία του κράτους απαιτούσε κοινή ευθύνη, αλλά η κοινή ευθύνη δεν σήμαινε ότι όλοι είχαν τα ίδια μέσα ούτε ότι όλοι αντιλαμβάνονταν με τον ίδιο τρόπο τη δικαιοσύνη.
Το δύσκολο έργο ήταν να δημιουργηθεί μια ενότητα που δεν θα στηριζόταν μόνο στην επιβολή. Η κυβέρνηση έπρεπε να συγκεντρώσει πόρους, αλλά και να πείσει πως η συγκέντρωσή τους εξυπηρετούσε το σύνολο. Οι τοπικοί παράγοντες έπρεπε να αποδεχθούν ότι η ανεξαρτησία δημιουργούσε νέες υποχρεώσεις, αλλά και να μπορούν να εμπιστευθούν ότι το κράτος δεν θα αγνοούσε τις ανάγκες και τις θυσίες τους.
Αυτό το πρόβλημα δεν λύνεται με μια ωραία μεταφορά ούτε με μια διαταγή. Χρειάζεται θεσμούς που λειτουργούν, κανόνες που εφαρμόζονται και μια πολιτική κουλτούρα που επιτρέπει τη διαφωνία χωρίς να μετατρέπει κάθε διαφωνούντα σε εχθρό. Το 1830 η Ελλάδα είχε αποκτήσει διεθνή ανεξαρτησία, αλλά δεν είχε ακόμη βρει τον τρόπο να μετατρέψει όλες τις διαφορετικές δυνάμεις της σε μια σταθερή πολιτική κοινότητα.
Η κούραση που δεν φαινόταν στα διπλωματικά έγγραφα
Προς το τέλος του 1830, οι δυσκολίες δεν περιορίζονταν στα θεσμικά και οικονομικά προβλήματα. Ο ίδιος ο Καποδίστριας εμφανίζεται στην αλληλογραφία του όλο και περισσότερο καταπονημένος από τις ανοιχτές εκκρεμότητες, την αβεβαιότητα και τις συνεχείς αντιπαραθέσεις. Η διεθνής διευθέτηση δεν είχε ολοκληρωθεί όπως προσδοκούσε, η υπόθεση του θρόνου παρέμενε ανοιχτή και η κυβέρνηση εξακολουθούσε να λειτουργεί υπό συνθήκες που περιόριζαν τις δυνατότητές της.
Η κόπωση ενός ανθρώπου δεν αρκεί για να εξηγήσει την ιστορία. Ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε κάθε σκέψη του Καποδίστρια ή να αποδώσουμε όλες τις αποφάσεις του στην απογοήτευση. Μπορούμε, όμως, να διακρίνουμε ότι η πίεση είχε γίνει μεγάλη. Ο Κυβερνήτης έπρεπε να διαπραγματεύεται με τις Μεγάλες Δυνάμεις, να διαχειρίζεται τις εσωτερικές αντιδράσεις, να αντιμετωπίζει την οικονομική αδυναμία και συγχρόνως να συνεχίζει το έργο της διοίκησης.
Η θέση του είχε μια ιδιαίτερη δυσκολία. Όταν πετύχαινε μια διπλωματική πρόοδο, οι προσδοκίες αυξάνονταν. Όταν επέμενε στη συγκέντρωση της εξουσίας, οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν ότι περιόριζε την πολιτική ελευθερία. Όταν δεν διέθετε χρήματα για να ικανοποιήσει ανάγκες, η δυσαρέσκεια μεγάλωνε. Και όταν επιχειρούσε να επιβάλει κανόνες σε περιοχές που είχαν μάθει να λειτουργούν με δικούς τους συσχετισμούς, η αντίδραση μπορούσε να πάρει χαρακτήρα προσωπικής αντιπαράθεσης.
Η ευθύνη, όμως, δεν βρισκόταν μόνο στους ώμους του Κυβερνήτη. Η Ελλάδα δεν είχε ακόμη αποκτήσει σταθερούς μηχανισμούς που θα επέτρεπαν στις πολιτικές διαφωνίες να εκτονώνονται χωρίς να απειλείται η ίδια η λειτουργία του κράτους. Οι άνθρωποι που είχαν μάθει να διαπραγματεύονται την εξουσία μέσα από προσωπικές συμμαίες δυσκολεύονταν να αποδεχθούν μια διοίκηση που ήσει να λειτουργεί με κεντρικές αποφάσεις. Και η κυβέρνηση δυσκολευόταν να αναγνωρίσει ότι η διαφωνία δεν ήταν πάντοτε προσπάθεια υπονόμευσης.
Αυτό ήταν ίσως το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής: η Ελλάδα χρειαζόταν ισχυρούς θεσμούς, αλλά οι θεσμοί δεν μπορούσαν να σταθεροποιηθούν μόνο με την ισχύ ενός ανθρώπου. Χρειαζόταν συνεργασία, αλλά η εμπιστοσύνη είχε φθαρεί. Χρειαζόταν κοινή πολιτική κατεύθυνση, αλλά δεν υπήρχε συμφωνία για το ποιος θα την καθόριζε.
Το κατώφλι του 1831
Το 1830 δεν τελείωσε με την κατάρρευση του κράτους. Η Ελλάδα παρέμενε ανεξάρτητη, οι υπηρεσίες συνέχιζαν να λειτουργούν και οι προσπάθειες για την οργάνωση της δημόσιας ζωής προχωρούσαν. Η χρονιά είχε φέρει μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία, αλλά είχε αφήσει ανοιχτά ζητήματα που θα καθόριζαν την επόμενη περίοδο.
Η υπόθεση της μοναρχίας δεν είχε λυθεί. Τα σύνορα παρέμεναν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η οικονομία εξακολουθούσε να μην μπορεί να στηρίξει όλες τις ανάγκες του κράτους. Οι πολιτικές αντιθέσεις είχαν ενταθεί, ενώ οι σχέσεις με ισχυρούς τοπικούς παράγοντες είχαν γίνει όλο και πιο δύσκολες. Η Ελλάδα είχε κερδίσει την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της, αλλά η εσωτερική συμφιλίωση δεν είχε ακολουθήσει με τον ίδιο ρυθμό.
Οι σπόροι της επερχόμενης κρίσης
Το επόμενο έτος θα έφτανε αυτές τις αντιθέσεις στην επιφάνεια. Η κρίση με την Ύδρα θα εξελισσόταν σε ανοιχτή σύγκρουση γύρω από τον στόλο στον Πόρο. Η αντιπαράθεση με τη Μάνη θα οξυνόταν και η σχέση του Καποδίστρια με τους Μαυρομιχαλαίους θα έφτανε σε τραγικό σημείο. Αυτά τα γεγονότα δεν ήταν αναπόφευκτα από την αρχή του 1830. Η ιστορία δεν γράφεται με έναν δρόμο που όλοι ακολουθούν χωρίς επιλογές. Γράφεται μέσα από αποφάσεις, αντιδράσεις, υποχωρήσεις που γίνονται ή δεν γίνονται, και στιγμές κατά τις οποίες οι άνθρωποι επιλέγουν τη σύγκρουση αντί της συνεννόησης.
Ο Καποδίστριας είχε αναλάβει να δημιουργήσει κράτος μέσα σε συνθήκες που θα δυσκόλευαν οποιονδήποτε κυβερνήτη. Το έργο του περιλάμβανε πραγματικές προσπάθειες στην εκπαίδευση, στη διοίκηση, στη διπλωματία και στην οικονομική οργάνωση. Περιλάμβανε, όμως, και μια πολιτική που συγκέντρωνε την εξουσία και περιόριζε τη δυνατότητα συμμετοχής των αντιπάλων του. Η ιστορική αποτίμησή του χρειάζεται να κρατήσει και τις δύο πλευρές, χωρίς να μετατρέψει τον Κυβερνήτη ούτε σε αλάνθαστο εθνικό σωτήρα ούτε σε μοναδικό υπεύθυνο για όλες τις δυσκολίες της εποχής.
Μια εύθραυστη πολιτική ενότητα
Το 1830 ήταν η χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα αναγνωρίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά δεν είχε ακόμη συμφωνήσει με τον εαυτό της για το πώς θα κυβερνιόταν. Η ανεξαρτησία της είχε αποκτήσει διεθνή υπόσταση. Η πολιτική της ενότητα, όμως, παρέμενε εύθραυστη.
Και καθώς άνοιγε το 1831, η σύγκρουση έπαυε να αφορά μόνο το πολίτευμα, τα δημόσια έσοδα ή τα όρια της τοπικής αυτονομίας. Θα άγγιζε πλέον την ίδια τη ζωή του Κυβερνήτη. Ο άνθρωπος που είχε αφιερώσει τις δυνάμεις του στη δημιουργία του ελληνικού κράτους θα βρισκόταν αντιμέτωπος με την πιο οδυνηρή συνέπεια μιας πολιτικής κρίσης που δεν είχε καταφέρει να εκτονώσει.
Η ιστορία του Καποδίστρια πλησίαζε στο τέλος της. Η ιστορία του ελληνικού κράτους, αντίθετα, μόλις είχε αρχίσει.
Σημείωση ιστορικής τεκμηρίωσης
Η αφήγηση βασίζεται σε διασταύρωση ιστορικών γεγονότων και σε μελέτη της αλληλογραφίας του Καποδίστρια με τον Λεοπόλδο, ιδίως των επιστολών της άνοιξης του 1830, καθώς και της ιστορικής πορείας της αντιπολίτευσης. Το αφηγηματικό κείμενο έχει γραφτεί αυτοτελώς, χωρίς αυτούσια μεταφορά παραγράφων από τις πηγές.
Συνεχίζεται
Melissocosmos
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου