
Έναν χρόνο πριν από τη στάχτη
Πολλούς αιώνες αργότερα, όταν οι αρχαιολόγοι σκάβουν βαθιά μέσα στη γη για να ξαναβρούν την Πομπηία, βρίσκουν απομεινάρια μιας ζωής που κόπηκε απότομα.
Βρίσκουν δρόμους, σπίτια, αγγεία, τοιχογραφίες, εργαστήρια, πιθάρια και νομίσματα. Βρίσκουν ανθρώπους που κάποτε περπατούσαν στους ίδιους δρόμους, έτρωγαν στα ίδια τραπέζια, αγαπούσαν, μάλωναν, εργάζονταν και ονειρεύονταν.
Και κάποτε, μέσα στη σιωπή μιας ανασκαφής, οι αρχαιολόγοι σκύβουν πάνω από ένα παράξενο κενό στο συμπαγές στρώμα της ηφαιστειακής τέφρας.
Είναι ένα από εκείνα τα κενά που άφησε πίσω του το ανθρώπινο σώμα καθώς αποσυντέθηκε μέσα στην καταστροφή.
Οι αρχαιολόγοι ρίχνουν γύψο προσεκτικά στην κοιλότητα και περιμένουν.
Όταν ο γύψος στέγνωσε, οι αρχαιολόγοι αφαίρεσαν με υπομονή την τέφρα, κόκκο τον κόκκο.
Και τότε εμφανίζεται μπροστά τους κάτι που κάνει ακόμη και έμπειρους ανθρώπους να σιωπήσουν.
Βρίσκουν δρόμους, σπίτια, αγγεία, τοιχογραφίες, εργαστήρια, πιθάρια και νομίσματα. Βρίσκουν ανθρώπους που κάποτε περπατούσαν στους ίδιους δρόμους, έτρωγαν στα ίδια τραπέζια, αγαπούσαν, μάλωναν, εργάζονταν και ονειρεύονταν.
Και κάποτε, μέσα στη σιωπή μιας ανασκαφής, οι αρχαιολόγοι σκύβουν πάνω από ένα παράξενο κενό στο συμπαγές στρώμα της ηφαιστειακής τέφρας.
Είναι ένα από εκείνα τα κενά που άφησε πίσω του το ανθρώπινο σώμα καθώς αποσυντέθηκε μέσα στην καταστροφή.
Οι αρχαιολόγοι ρίχνουν γύψο προσεκτικά στην κοιλότητα και περιμένουν.
Όταν ο γύψος στέγνωσε, οι αρχαιολόγοι αφαίρεσαν με υπομονή την τέφρα, κόκκο τον κόκκο.
Και τότε εμφανίζεται μπροστά τους κάτι που κάνει ακόμη και έμπειρους ανθρώπους να σιωπήσουν.
Η ανακάλυψη των δύο μορφών
Δύο μορφές.
Ένας άνδρας και μια γυναίκα.
Ο άνδρας τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη γυναίκα, σαν να προσπάθησε την τελευταία στιγμή να την προστατεύσει από κάτι που ερχόταν από ψηλά.
Οι αρχαιολόγοι δεν γνωρίζουν τα ονόματά τους.
Δεν γνωρίζουν αν ήταν σύζυγοι, εραστές, συγγενείς ή δύο άνθρωποι που συναντήθηκαν τυχαία μέσα στην κόλαση της τελευταίας ημέρας.
Δεν γνωρίζουν την ιστορία τους.
Ένας άνδρας και μια γυναίκα.
Ο άνδρας τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη γυναίκα, σαν να προσπάθησε την τελευταία στιγμή να την προστατεύσει από κάτι που ερχόταν από ψηλά.
Οι αρχαιολόγοι δεν γνωρίζουν τα ονόματά τους.
Δεν γνωρίζουν αν ήταν σύζυγοι, εραστές, συγγενείς ή δύο άνθρωποι που συναντήθηκαν τυχαία μέσα στην κόλαση της τελευταίας ημέρας.
Δεν γνωρίζουν την ιστορία τους.
Όμως η ιστορία είχε αρχίσει έναν χρόνο νωρίτερα.
Τότε που η Πομπηία δεν ήταν πόλη νεκρών.
Ήταν μια πόλη που ζούσε.
Τότε που η Πομπηία δεν ήταν πόλη νεκρών.
Ήταν μια πόλη που ζούσε.
Το ξύπνημα της πόλης
Τον Αύγουστο του 78 μ.Χ. ο ήλιος ανέτελλε πάνω από τον κόλπο της Νάπολης και έλουζε την Καμπανία με εκείνο το χρυσό φως που έκανε ακόμη και τις πιο ταπεινές πέτρες να μοιάζουν πολύτιμες.
Η Πομπηία ξυπνούσε νωρίς.
Από τα στενά δρομάκια ακούγονταν βήματα, τροχοί από κάρα, φωνές εμπόρων και οι ήχοι των εργαστηρίων που άρχιζαν να λειτουργούν. Οι μυρωδιές άλλαζαν από δρόμο σε δρόμο. Ψωμί, κρασί, ψάρια, ελιές, καπνός, χώμα και ιδρώτας ανθρώπων που είχαν ήδη αρχίσει την εργασία τους πριν ακόμη ο ήλιος ανέβει ψηλά.
Η πόλη ήταν πλούσια, αλλά όχι ομοιόμορφα.
Υπήρχαν μεγάλες κατοικίες με εσωτερικές αυλές και κήπους, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά, αλλά υπήρχαν και μικρά σπίτια, εργαστήρια και καταστήματα όπου οι άνθρωποι κέρδιζαν καθημερινά τον άρτο τους.
Η Πομπηία ξυπνούσε νωρίς.
Από τα στενά δρομάκια ακούγονταν βήματα, τροχοί από κάρα, φωνές εμπόρων και οι ήχοι των εργαστηρίων που άρχιζαν να λειτουργούν. Οι μυρωδιές άλλαζαν από δρόμο σε δρόμο. Ψωμί, κρασί, ψάρια, ελιές, καπνός, χώμα και ιδρώτας ανθρώπων που είχαν ήδη αρχίσει την εργασία τους πριν ακόμη ο ήλιος ανέβει ψηλά.
Η πόλη ήταν πλούσια, αλλά όχι ομοιόμορφα.
Υπήρχαν μεγάλες κατοικίες με εσωτερικές αυλές και κήπους, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά, αλλά υπήρχαν και μικρά σπίτια, εργαστήρια και καταστήματα όπου οι άνθρωποι κέρδιζαν καθημερινά τον άρτο τους.
Ο πράσινος Βεζούβιος
Και πάνω από όλα αυτά υψωνόταν ο Βεζούβιος.
Για τους κατοίκους της περιοχής δεν ήταν ακόμη το βουνό του τρόμου που θα μάθαινε αργότερα όλος ο κόσμος.
Ήταν μέρος του τοπίου.
Ένα μεγάλο βουνό, πράσινο στις πλαγιές του, που έμοιαζε περισσότερο με προστάτη της γης παρά με εχθρό.
Στις πλαγιές του και στις γύρω περιοχές απλώνονταν καλλιέργειες.
Αμπέλια.
Ελιές.
Σιτηρά.
Κήποι.
Οπωροφόρα δέντρα.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, χιλιάδες μικρά άνθη που για τους ανθρώπους μπορεί να ήταν απλώς μέρος της φύσης, αλλά για τις μέλισσες αποτελούσαν έναν ολόκληρο κόσμο.
Για τους κατοίκους της περιοχής δεν ήταν ακόμη το βουνό του τρόμου που θα μάθαινε αργότερα όλος ο κόσμος.
Ήταν μέρος του τοπίου.
Ένα μεγάλο βουνό, πράσινο στις πλαγιές του, που έμοιαζε περισσότερο με προστάτη της γης παρά με εχθρό.
Στις πλαγιές του και στις γύρω περιοχές απλώνονταν καλλιέργειες.
Αμπέλια.
Ελιές.
Σιτηρά.
Κήποι.
Οπωροφόρα δέντρα.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά, χιλιάδες μικρά άνθη που για τους ανθρώπους μπορεί να ήταν απλώς μέρος της φύσης, αλλά για τις μέλισσες αποτελούσαν έναν ολόκληρο κόσμο.
Η Καμπανία ήταν γενναιόδωρη γη.
Και εκείνο το καλοκαίρι έδειχνε να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των ανθρώπων.
Μόνο που κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει πόσο λίγος χρόνος τους είχε απομείνει.
Και εκείνο το καλοκαίρι έδειχνε να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των ανθρώπων.
Μόνο που κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει πόσο λίγος χρόνος τους είχε απομείνει.
Οι αμπελώνες του Σατουρνίνου
Στους αμπελώνες του Μάρκου Ολκώνιου Σατουρνίνου η ημέρα είχε αρχίσει πριν από την ανατολή.
Ο Σατουρνίνος δεν ήταν ένας συνηθισμένος γαιοκτήμονας.
Τα κτήματά του απλώνονταν σε εύφορες εκτάσεις γύρω από τον Βεζούβιο, εκεί όπου το έδαφος μπορούσε να ανταμείψει γενναιόδωρα εκείνον που ήξερε να το καλλιεργεί.
Το όνομά του ήταν γνωστό.
Ακόμη περισσότερο γνωστό ήταν το κρασί του.
Τα σταφύλια του έδιναν κρασί υψηλής ποιότητας, κρασί που μπορούσε να φτάσει σε τραπέζια ανθρώπων οι οποίοι δεν συνήθιζαν να πίνουν τίποτα μέτριο.
Ανάμεσά τους ήταν και άνθρωποι της Ρώμης.
Ο Σατουρνίνος είχε κάθε λόγο να περιμένει με αγωνία τη νέα σοδειά.
Εκείνο το πρωινό όμως δεν κοιτούσε τα σταφύλια με την ικανοποίηση ενός ανθρώπου που απολάμβανε τη θέα του πλούτου του.
Κοιτούσε τους εργάτες.
Ο Σατουρνίνος δεν ήταν ένας συνηθισμένος γαιοκτήμονας.
Τα κτήματά του απλώνονταν σε εύφορες εκτάσεις γύρω από τον Βεζούβιο, εκεί όπου το έδαφος μπορούσε να ανταμείψει γενναιόδωρα εκείνον που ήξερε να το καλλιεργεί.
Το όνομά του ήταν γνωστό.
Ακόμη περισσότερο γνωστό ήταν το κρασί του.
Τα σταφύλια του έδιναν κρασί υψηλής ποιότητας, κρασί που μπορούσε να φτάσει σε τραπέζια ανθρώπων οι οποίοι δεν συνήθιζαν να πίνουν τίποτα μέτριο.
Ανάμεσά τους ήταν και άνθρωποι της Ρώμης.
Ο Σατουρνίνος είχε κάθε λόγο να περιμένει με αγωνία τη νέα σοδειά.
Εκείνο το πρωινό όμως δεν κοιτούσε τα σταφύλια με την ικανοποίηση ενός ανθρώπου που απολάμβανε τη θέα του πλούτου του.
Κοιτούσε τους εργάτες.
Ο επιστάτης Τίτος
Και ο άνθρωπος που έδινε τις εντολές ήταν ο επιστάτης του.
Ο Τίτος Κλαύδιος Άττικος.
Έλληνας στην καταγωγή, έμπειρος στη γεωργική εργασία και άνθρωπος που δεν άφηνε τίποτα στην τύχη.
Περπατούσε ανάμεσα στις σειρές των αμπελιών, εξετάζοντας τα σταφύλια ένα προς ένα.
Ο Τίτος Κλαύδιος Άττικος.
Έλληνας στην καταγωγή, έμπειρος στη γεωργική εργασία και άνθρωπος που δεν άφηνε τίποτα στην τύχη.
Περπατούσε ανάμεσα στις σειρές των αμπελιών, εξετάζοντας τα σταφύλια ένα προς ένα.
Στάθηκε μπροστά σε μια κληματαριά.
Άπλωσε το χέρι του και έπιασε ένα τσαμπί.
Το σήκωσε προς το φως.
Οι ρώγες είχαν αρχίσει να βαραίνουν.
Η ωρίμαση πλησίαζε.
—Να ετοιμαστεί το θειάφι, είπε.
Οι εργάτες σταμάτησαν για λίγο.
Ο Άττικος τους κοίταξε αυστηρά.
—Τα σταφύλια πρέπει να προστατευθούν. Δεν θα περιμένουμε να εμφανιστεί πρόβλημα για να τρέχουμε μετά.
Οι άνδρες έσκυψαν στα εργαλεία τους.
Η δουλειά συνεχίστηκε.
Ο αέρας μύριζε χώμα και φύλλα.
Κάπου μακρύτερα ακουγόταν το βουητό των εντόμων.
Και πάνω από τα αμπέλια ο ήλιος ανέβαινε.
Ήταν ένα συνηθισμένο πρωινό.
Τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
Άπλωσε το χέρι του και έπιασε ένα τσαμπί.
Το σήκωσε προς το φως.
Οι ρώγες είχαν αρχίσει να βαραίνουν.
Η ωρίμαση πλησίαζε.
—Να ετοιμαστεί το θειάφι, είπε.
Οι εργάτες σταμάτησαν για λίγο.
Ο Άττικος τους κοίταξε αυστηρά.
—Τα σταφύλια πρέπει να προστατευθούν. Δεν θα περιμένουμε να εμφανιστεί πρόβλημα για να τρέχουμε μετά.
Οι άνδρες έσκυψαν στα εργαλεία τους.
Η δουλειά συνεχίστηκε.
Ο αέρας μύριζε χώμα και φύλλα.
Κάπου μακρύτερα ακουγόταν το βουητό των εντόμων.
Και πάνω από τα αμπέλια ο ήλιος ανέβαινε.
Ήταν ένα συνηθισμένο πρωινό.
Τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
Ο Σέβηρος και τα σημάδια της φύσης
Ο γιος του επιστάτη, ο Σέβηρος Άττικος, βρισκόταν εκεί κοντά.
Δεν είχε την ηρεμία του πατέρα του.
Ήταν αυστηρός, σκληρός και απαιτητικός, ένας άνδρας που είχε μάθει να επιβάλλεται στους άλλους χωρίς να χρειάζεται να υψώνει συχνά τη φωνή του.
Κυρίως όμως ήταν κυνηγός.
Αγαπούσε το δάσος, τα μονοπάτια και την καταδίωξη.
Γνώριζε τα ίχνη των ζώων και μπορούσε να διαβάσει το έδαφος όπως άλλοι διάβαζαν ένα βιβλίο.
Εκείνο το πρωινό είχε επιστρέψει από την περιοχή των χαμηλών πλαγιών.
Και κάτι τον είχε ενοχλήσει.
Δεν μπορούσε να το εξηγήσει.
Τα πουλιά ήταν λιγότερα.
Όχι αρκετά ώστε ένας απλός άνθρωπος να το προσέξει.
Αλλά ο Σέβηρος δεν ήταν απλός παρατηρητής της φύσης.
Είχε συνηθίσει να γνωρίζει πού φωλιάζουν τα πουλιά, πού κρύβονται τα θηράματα, πότε αλλάζουν δρόμο τα ζώα.
Εκείνη τη χρονιά ορισμένες φωλιές έμεναν άδειες.
Δεν ήταν φυσιολογικό.
Δεν είχε την ηρεμία του πατέρα του.
Ήταν αυστηρός, σκληρός και απαιτητικός, ένας άνδρας που είχε μάθει να επιβάλλεται στους άλλους χωρίς να χρειάζεται να υψώνει συχνά τη φωνή του.
Κυρίως όμως ήταν κυνηγός.
Αγαπούσε το δάσος, τα μονοπάτια και την καταδίωξη.
Γνώριζε τα ίχνη των ζώων και μπορούσε να διαβάσει το έδαφος όπως άλλοι διάβαζαν ένα βιβλίο.
Εκείνο το πρωινό είχε επιστρέψει από την περιοχή των χαμηλών πλαγιών.
Και κάτι τον είχε ενοχλήσει.
Δεν μπορούσε να το εξηγήσει.
Τα πουλιά ήταν λιγότερα.
Όχι αρκετά ώστε ένας απλός άνθρωπος να το προσέξει.
Αλλά ο Σέβηρος δεν ήταν απλός παρατηρητής της φύσης.
Είχε συνηθίσει να γνωρίζει πού φωλιάζουν τα πουλιά, πού κρύβονται τα θηράματα, πότε αλλάζουν δρόμο τα ζώα.
Εκείνη τη χρονιά ορισμένες φωλιές έμεναν άδειες.
Δεν ήταν φυσιολογικό.
Η συζήτηση πατέρα και γιου
Το είπε στον πατέρα του.
Ο Τίτος Άττικος σήκωσε το κεφάλι.
—Τα πουλιά βρίσκουν αλλού τροφή.
—Όχι όλα.
—Τι μπορεί να σημαίνει αυτό;
Ο Σέβηρος δεν απάντησε.
Ίσως να μην σήμαινε τίποτα.
Ίσως όμως η φύση να είχε αρχίσει να ψιθυρίζει κάτι που κανένας άνθρωπος ακόμη δεν μπορούσε να ακούσει.
Ο Τίτος Άττικος σήκωσε το κεφάλι.
—Τα πουλιά βρίσκουν αλλού τροφή.
—Όχι όλα.
—Τι μπορεί να σημαίνει αυτό;
Ο Σέβηρος δεν απάντησε.
Ίσως να μην σήμαινε τίποτα.
Ίσως όμως η φύση να είχε αρχίσει να ψιθυρίζει κάτι που κανένας άνθρωπος ακόμη δεν μπορούσε να ακούσει.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, σε άλλη έκταση του κτήματος, υπήρχε ένας μικρότερος κόσμος.
Ένας κόσμος από ξύλο, κερί, καπνό και αδιάκοπο βουητό.
Οι κυψέλες.
Ένας κόσμος από ξύλο, κερί, καπνό και αδιάκοπο βουητό.
Οι κυψέλες.
Ο μελισσοκόμος της Πομπηίας
Εκεί εργαζόταν ο Λούκιος Καικίλιος Φήλιξ.
Ήταν είκοσι επτά ετών και γνώριζε τις μέλισσες με τρόπο που δύσκολα μπορούσε να εξηγήσει σε άνθρωπο που δεν είχε ζήσει ανάμεσά τους.
Δεν τις έβλεπε μόνο ως παραγωγούς μελιού.
Ήξερε ότι κάθε σμήνος είχε τη δική του τάξη.
Τη δική του δύναμη.
Τη δική του ιδιοσυγκρασία.
Άλλες αποικίες ήταν ήρεμες.
Άλλες επιθετικές.
Άλλες εργατικές μέχρι εξαντλήσεως.
Ο Φήλιξ μπορούσε να σταθεί μπροστά σε μια κυψέλη και να καταλάβει πολλά μόνο από τον ήχο που έβγαινε από μέσα.
Εκείνο το καλοκαίρι οι μέλισσες δούλευαν ασταμάτητα.
Πετούσαν στα αγριολούλουδα, στους κήπους, στις ανθισμένες εκτάσεις και σε κάθε μικρό σημείο όπου υπήρχε νέκταρ.
Γύριζαν φορτωμένες.
Το μέλι που συγκέντρωναν είχε τη γεύση του τόπου.
Ήταν σαν να είχε κλειστεί μέσα του το καλοκαίρι της Καμπανίας.
Ήταν είκοσι επτά ετών και γνώριζε τις μέλισσες με τρόπο που δύσκολα μπορούσε να εξηγήσει σε άνθρωπο που δεν είχε ζήσει ανάμεσά τους.
Δεν τις έβλεπε μόνο ως παραγωγούς μελιού.
Ήξερε ότι κάθε σμήνος είχε τη δική του τάξη.
Τη δική του δύναμη.
Τη δική του ιδιοσυγκρασία.
Άλλες αποικίες ήταν ήρεμες.
Άλλες επιθετικές.
Άλλες εργατικές μέχρι εξαντλήσεως.
Ο Φήλιξ μπορούσε να σταθεί μπροστά σε μια κυψέλη και να καταλάβει πολλά μόνο από τον ήχο που έβγαινε από μέσα.
Εκείνο το καλοκαίρι οι μέλισσες δούλευαν ασταμάτητα.
Πετούσαν στα αγριολούλουδα, στους κήπους, στις ανθισμένες εκτάσεις και σε κάθε μικρό σημείο όπου υπήρχε νέκταρ.
Γύριζαν φορτωμένες.
Το μέλι που συγκέντρωναν είχε τη γεύση του τόπου.
Ήταν σαν να είχε κλειστεί μέσα του το καλοκαίρι της Καμπανίας.
Το ζωντανό χρυσό κύμα
Ο Φήλιξ κάπνισε προσεκτικά την κυψέλη και τη γύρισε ανάποδα για να δει μέσα στις κηρήθρες πώς προχωράει η συλλογή του μελιού.
Οι μέλισσες κινήθηκαν πάνω τους σαν ζωντανό χρυσό κύμα.
Εκείνος χαμογέλασε.
Δεν φοβόταν τις μέλισσες.
Τις σεβόταν.
Και εκείνες, όσο μπορεί ένας άνθρωπος να πει κάτι τέτοιο, τον γνώριζαν.
Σήκωσε το βλέμμα.
Πάνω από το πράσινο τοπίο φαινόταν ο Βεζούβιος.
Για μια στιγμή ένιωσε ένα ανεξήγητο ρίγος.
Δεν ήταν φόβος.
Δεν ήξερε τι ήταν.
Έσκυψε ξανά πάνω από τις κυψέλες.
Συνέχισε την δουλειά.
Οι μέλισσες κινήθηκαν πάνω τους σαν ζωντανό χρυσό κύμα.
Εκείνος χαμογέλασε.
Δεν φοβόταν τις μέλισσες.
Τις σεβόταν.
Και εκείνες, όσο μπορεί ένας άνθρωπος να πει κάτι τέτοιο, τον γνώριζαν.
Σήκωσε το βλέμμα.
Πάνω από το πράσινο τοπίο φαινόταν ο Βεζούβιος.
Για μια στιγμή ένιωσε ένα ανεξήγητο ρίγος.
Δεν ήταν φόβος.
Δεν ήξερε τι ήταν.
Έσκυψε ξανά πάνω από τις κυψέλες.
Συνέχισε την δουλειά.
Την ίδια εποχή, μακριά από την Πομπηία, στη Ρώμη, ο αυτοκράτορας Βεσπασιανός είχε τα δικά του ενδιαφέροντα.
Η αυτοκρατορία ήταν τεράστια.
Οι υποθέσεις αμέτρητες.
Οι αγγελιαφόροι έφερναν ειδήσεις από μακρινές επαρχίες, οι αξιωματούχοι ζητούσαν αποφάσεις και οι άνθρωποι της αυλής περίμεναν την επόμενη εντολή του.
Η αυτοκρατορία ήταν τεράστια.
Οι υποθέσεις αμέτρητες.
Οι αγγελιαφόροι έφερναν ειδήσεις από μακρινές επαρχίες, οι αξιωματούχοι ζητούσαν αποφάσεις και οι άνθρωποι της αυλής περίμεναν την επόμενη εντολή του.
Ο χαρακτήρας του αυτοκράτορα
Ο Βεσπασιανός όμως είχε έναν τρόπο να αντιμετωπίζει τη ζωή που έκανε ακόμη και τους σοβαρότερους ανθρώπους γύρω του να χαμογελούν.
Του άρεσαν τα αστεία.
Του άρεσαν τα έξυπνα γνωμικά.
Και ακόμη περισσότερο του άρεσε να τα λέει την ώρα που οι άλλοι περίμεναν από εκείνον κάτι απολύτως σοβαρό.
Εκείνες τις ημέρες περίμενε και κάτι άλλο.
Το κρασί.
Τη νέα σοδειά.
Το κόκκινο κρασί που θα έφτανε από την Καμπανία.
Του άρεσαν τα αστεία.
Του άρεσαν τα έξυπνα γνωμικά.
Και ακόμη περισσότερο του άρεσε να τα λέει την ώρα που οι άλλοι περίμεναν από εκείνον κάτι απολύτως σοβαρό.
Εκείνες τις ημέρες περίμενε και κάτι άλλο.
Το κρασί.
Τη νέα σοδειά.
Το κόκκινο κρασί που θα έφτανε από την Καμπανία.
Η φήμη της Καμπανίας στη Ρώμη
Οι αμπελώνες του Σατουρνίνου είχαν αποκτήσει φήμη και στη Ρώμη.
Ο αυτοκράτορας είχε δοκιμάσει προηγούμενες σοδειές.
Και τώρα περίμενε την επόμενη.
Ένας αξιωματούχος μιλούσε με βαρετή, επίσημη φωνή για τους νέους φόρους και τις υποθέσεις της ημέρας.
Ο Βεσπασιανός τον άκουγε, γνέφοντας αργά το κεφάλι.
Ύστερα διέκοψε τον συγκλητικό, χαμογέλασε πονηρά και είπε:
—Όλα αυτά είναι σπουδαία, φίλε μου, αλλά αν αργήσει να έρθει το κρασί από την Καμπανία, οι φόροι σου θα είναι το μόνο πράγμα που θα μας αφήσει πικρή γεύση φέτος! Φρόντισε οι δρόμοι να είναι ανοιχτοί για τα βαρέλια, γιατί η Ρώμη μπορεί να ζήσει χωρίς τις αναφορές σου, αλλά ο αυτοκράτορας δεν μπορεί να κυβερνήσει διψασμένος!
Οι παριστάμενοι ξέσπασαν σε γέλια.
Για εκείνον η νέα σοδειά ήταν ακόμη ένα ευχάριστο γεγονός ενός κόσμου που συνεχιζόταν κανονικά.
Κανείς στη Ρώμη δεν μπορούσε να ξέρει ότι σε έναν χρόνο η λέξη «Πομπηία» θα ακουγόταν με διαφορετικό τρόπο.
Ο αυτοκράτορας είχε δοκιμάσει προηγούμενες σοδειές.
Και τώρα περίμενε την επόμενη.
Ένας αξιωματούχος μιλούσε με βαρετή, επίσημη φωνή για τους νέους φόρους και τις υποθέσεις της ημέρας.
Ο Βεσπασιανός τον άκουγε, γνέφοντας αργά το κεφάλι.
Ύστερα διέκοψε τον συγκλητικό, χαμογέλασε πονηρά και είπε:
—Όλα αυτά είναι σπουδαία, φίλε μου, αλλά αν αργήσει να έρθει το κρασί από την Καμπανία, οι φόροι σου θα είναι το μόνο πράγμα που θα μας αφήσει πικρή γεύση φέτος! Φρόντισε οι δρόμοι να είναι ανοιχτοί για τα βαρέλια, γιατί η Ρώμη μπορεί να ζήσει χωρίς τις αναφορές σου, αλλά ο αυτοκράτορας δεν μπορεί να κυβερνήσει διψασμένος!
Οι παριστάμενοι ξέσπασαν σε γέλια.
Για εκείνον η νέα σοδειά ήταν ακόμη ένα ευχάριστο γεγονός ενός κόσμου που συνεχιζόταν κανονικά.
Κανείς στη Ρώμη δεν μπορούσε να ξέρει ότι σε έναν χρόνο η λέξη «Πομπηία» θα ακουγόταν με διαφορετικό τρόπο.
Στην Πομπηία, όμως, υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ήδη αρχίσει να σκέφτονται το μέλλον.
Ο Μάρκος Ολκώνιος Σατουρνίνος είχε μία κόρη.
Τη Βαλέρια Πρίμα.
Ο Μάρκος Ολκώνιος Σατουρνίνος είχε μία κόρη.
Τη Βαλέρια Πρίμα.
Η κόρη του επιστάτη
Η Πρίμα ήταν νέα, όμορφη 24 ετών και τραβούσε τα βλέμματα χωρίς να το επιδιώκει.
Τα μαλλιά της είχαν ένα χρυσαφένιο χρώμα που έμοιαζε να κρατά πάνω του το φως του μεσογειακού ήλιου.
Είχε μεγαλώσει σε έναν κόσμο όπου οι αποφάσεις της οικογένειας είχαν μεγάλη σημασία.
Και τώρα ο πατέρας της είχε πάρει μία απόφαση που αφορούσε ολόκληρη τη ζωή της.
Είχε συμφωνήσει να τη λογοδοτήσει με τον Βίβιο Σκόρπο.
Ο Σκόρπος ήταν σαράντα ετών.
Είχε όνομα και θέση.
Ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλος γαμπρός για μια οικογένεια όπως εκείνη του Σατουρνίνου.
Για τον πατέρας της, η συμφωνία είχε λογική.
Για την Πρίμα, όχι τόσο.
Τα μαλλιά της είχαν ένα χρυσαφένιο χρώμα που έμοιαζε να κρατά πάνω του το φως του μεσογειακού ήλιου.
Είχε μεγαλώσει σε έναν κόσμο όπου οι αποφάσεις της οικογένειας είχαν μεγάλη σημασία.
Και τώρα ο πατέρας της είχε πάρει μία απόφαση που αφορούσε ολόκληρη τη ζωή της.
Είχε συμφωνήσει να τη λογοδοτήσει με τον Βίβιο Σκόρπο.
Ο Σκόρπος ήταν σαράντα ετών.
Είχε όνομα και θέση.
Ήταν ένας άνθρωπος που μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλος γαμπρός για μια οικογένεια όπως εκείνη του Σατουρνίνου.
Για τον πατέρας της, η συμφωνία είχε λογική.
Για την Πρίμα, όχι τόσο.
Μια σιωπηλή συμφωνία
Δεν επαναστάτησε.
Δεν φώναξε.
Δεν αρνήθηκε.
Όταν ο πατέρας της τής μίλησε, εκείνη άκουσε σιωπηλή.
—Είναι καλή συμφωνία, της είπε.
Η Πρίμα κατέβασε τα μάτια.
—Αν εσύ το θέλεις, πατέρα...
Αυτό ήταν το μόνο που είπε.
Δεν ήταν ενθουσιασμένη.
Αλλά είχε μάθει να υπακούει.
Και εκείνη τη στιγμή πίστευε πως η ζωή της είχε ήδη πάρει τον δρόμο της.
Δεν φώναξε.
Δεν αρνήθηκε.
Όταν ο πατέρας της τής μίλησε, εκείνη άκουσε σιωπηλή.
—Είναι καλή συμφωνία, της είπε.
Η Πρίμα κατέβασε τα μάτια.
—Αν εσύ το θέλεις, πατέρα...
Αυτό ήταν το μόνο που είπε.
Δεν ήταν ενθουσιασμένη.
Αλλά είχε μάθει να υπακούει.
Και εκείνη τη στιγμή πίστευε πως η ζωή της είχε ήδη πάρει τον δρόμο της.
Η καλύτερή της φίλη ήταν η Αιμιλία Βιτάλια.
Η Αιμιλία γνώριζε την Πρίμα αρκετά καλά ώστε να καταλάβει τι έκρυβε η σιωπή της.
Την κοίταξε κάποια στιγμή στα μάτια.
—Δεν είσαι χαρούμενη.
Η Πρίμα χαμογέλασε αχνά.
—Πρέπει να είμαι;
Η Αιμιλία δεν απάντησε αμέσως.
—Δεν ξέρω.
—Ο πατέρας μου ξέρει.
—Οι πατέρες ξέρουν πολλά για τις οικογένειές τους, είπε η Αιμιλία. Δεν ξέρουν πάντα τι υπάρχει μέσα στην καρδιά των παιδιών τους.
Η Πρίμα την κοίταξε.
Για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα χαμογέλασε αληθινά.
—Μιλάς σαν φιλόσοφος.
—Όχι. Σαν φίλη σου μιλάω.
Και οι δύο γέλασαν.
Ήταν μια μικρή στιγμή.
Από εκείνες που χάνονται μέσα σε μια ολόκληρη ζωή.
Και όμως, κάποιες μικρές στιγμές είναι εκείνες που αργότερα αποκτούν τη μεγαλύτερη σημασία.
Η Αιμιλία γνώριζε την Πρίμα αρκετά καλά ώστε να καταλάβει τι έκρυβε η σιωπή της.
Την κοίταξε κάποια στιγμή στα μάτια.
—Δεν είσαι χαρούμενη.
Η Πρίμα χαμογέλασε αχνά.
—Πρέπει να είμαι;
Η Αιμιλία δεν απάντησε αμέσως.
—Δεν ξέρω.
—Ο πατέρας μου ξέρει.
—Οι πατέρες ξέρουν πολλά για τις οικογένειές τους, είπε η Αιμιλία. Δεν ξέρουν πάντα τι υπάρχει μέσα στην καρδιά των παιδιών τους.
Η Πρίμα την κοίταξε.
Για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα χαμογέλασε αληθινά.
—Μιλάς σαν φιλόσοφος.
—Όχι. Σαν φίλη σου μιλάω.
Και οι δύο γέλασαν.
Ήταν μια μικρή στιγμή.
Από εκείνες που χάνονται μέσα σε μια ολόκληρη ζωή.
Και όμως, κάποιες μικρές στιγμές είναι εκείνες που αργότερα αποκτούν τη μεγαλύτερη σημασία.
Στην πηγή του κτήματος
Το απόγευμα, οι δύο κοπέλες περπατούσαν κοντά στην πέτρινη πηγή του κτήματος.
Η ζέστη του Αυγούστου ήταν βαριά και αποπνικτική.
Εκεί βρισκόταν ο Φήλιξ.
Είχε μόλις αφήσει τις κυψέλες και η βαριά στολή της μελισσοκομίας τον ανάγκασε να τρέξει προς την πηγή για να δροσιστεί.
Είχε βγάλει το πάνω μέρος της στολής του.
Ήπιε νερο με τις χούφτες του και έβρεξε το στήθος του για να πάρει ανάσα.
Το σώμα του ήταν γραμμωμένο από την καθημερινή σκληρή δουλειά στα μελίσσια, και τα μάτια του άστραφταν από εξυπνάδα και κέφι.
Η Πρίμα σταμάτησε άθελά της και τον κοίταξε.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά μέσα από τις σταγόνες του νερού που έπεφταν από το πρόσωπό του.
Μόνο για λίγες στιγμές.
Ύστερα η Πρίμα, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά γρήγορα, γύρισε το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο της μαζί με την Αιμιλία.
Η ζέστη του Αυγούστου ήταν βαριά και αποπνικτική.
Εκεί βρισκόταν ο Φήλιξ.
Είχε μόλις αφήσει τις κυψέλες και η βαριά στολή της μελισσοκομίας τον ανάγκασε να τρέξει προς την πηγή για να δροσιστεί.
Είχε βγάλει το πάνω μέρος της στολής του.
Ήπιε νερο με τις χούφτες του και έβρεξε το στήθος του για να πάρει ανάσα.
Το σώμα του ήταν γραμμωμένο από την καθημερινή σκληρή δουλειά στα μελίσσια, και τα μάτια του άστραφταν από εξυπνάδα και κέφι.
Η Πρίμα σταμάτησε άθελά της και τον κοίταξε.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά μέσα από τις σταγόνες του νερού που έπεφταν από το πρόσωπό του.
Μόνο για λίγες στιγμές.
Ύστερα η Πρίμα, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά γρήγορα, γύρισε το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο της μαζί με την Αιμιλία.
Ο Φήλιξ και ο Ρούφος
Λίγο πιο πέρα, ο φίλος του, ο Ρούφος, που τον περίμενε για να τον βοηθήσει, είχε δει όλη τη σκηνή.
Ο Ρούφος ήταν ένας από εκείνους τους ανθρώπους που μπορούσαν να κάνουν παρέα ακόμη και όταν δεν υπήρχε τίποτα να πουν.
Πλησίασε τον Φήλικα που είχε μείνει να κοιτάζει προς το μέρος που έφυγαν οι κοπέλες.
—Πώς είναι τα μελίσσια; ρώτησε ο Ρούφος για να τον επαναφέρει.
—Δυνατά σμήνη, απάντησε ο Φήλιξ, σκουπίζοντας το πρόσωπό του.
—Και το μέλι;
Ο Φήλιξ χαμογέλασε, αλλά το μυαλό του ήταν ακόμα στην κοπέλα της πηγής.
—Καλό.
—Μόνο καλό;
—Πολύ καλό.
Ο Ρούφος τον κοίταξε πονηρά και χαμογέλασε.
—Την ξέρεις;
—Όχι.
—Τότε γιατί την κοιτάς έτσι;
Ο Φήλιξ δεν ήξερε το όνομά της, ούτε ότι ήταν η κόρη του επιστάτη. Δεν ήξερε ότι ήταν ήδη λογοδοτημένη, ούτε ότι σε έναν χρόνο η Πομπηία θα γινόταν τάφος. Ήξερε μόνο ότι αυτή η ματιά στην πηγή άλλαξε κάτι μέσα του.
Ο Ρούφος ήταν ένας από εκείνους τους ανθρώπους που μπορούσαν να κάνουν παρέα ακόμη και όταν δεν υπήρχε τίποτα να πουν.
Πλησίασε τον Φήλικα που είχε μείνει να κοιτάζει προς το μέρος που έφυγαν οι κοπέλες.
—Πώς είναι τα μελίσσια; ρώτησε ο Ρούφος για να τον επαναφέρει.
—Δυνατά σμήνη, απάντησε ο Φήλιξ, σκουπίζοντας το πρόσωπό του.
—Και το μέλι;
Ο Φήλιξ χαμογέλασε, αλλά το μυαλό του ήταν ακόμα στην κοπέλα της πηγής.
—Καλό.
—Μόνο καλό;
—Πολύ καλό.
Ο Ρούφος τον κοίταξε πονηρά και χαμογέλασε.
—Την ξέρεις;
—Όχι.
—Τότε γιατί την κοιτάς έτσι;
Ο Φήλιξ δεν ήξερε το όνομά της, ούτε ότι ήταν η κόρη του επιστάτη. Δεν ήξερε ότι ήταν ήδη λογοδοτημένη, ούτε ότι σε έναν χρόνο η Πομπηία θα γινόταν τάφος. Ήξερε μόνο ότι αυτή η ματιά στην πηγή άλλαξε κάτι μέσα του.
Ο Φήλιξ δεν απάντησε.
Κοίταξε ξανά προς τον δρόμο.
Η κοπέλα είχε ήδη χαθεί πίσω από τα δέντρα.
Κοίταξε ξανά προς τον δρόμο.
Η κοπέλα είχε ήδη χαθεί πίσω από τα δέντρα.
Η νύχτα στην Πομπηία
Εκείνο το βράδυ η Πομπηία συνέχισε τη ζωή της.
Οι άνθρωποι έτρωγαν.
Έπιναν.
Συζητούσαν.
Ερωτεύονταν.
Έκαναν σχέδια.
Οι έμποροι υπολόγιζαν τα κέρδη τους.
Οι γεωργοί περίμεναν τη σοδειά.
Οι αμπελουργοί κοιτούσαν τα σταφύλια.
Οι μελισσοκόμοι φρόντιζαν τα σμήνη.
Και οι νέοι ονειρεύονταν το αύριο.
Οι άνθρωποι έτρωγαν.
Έπιναν.
Συζητούσαν.
Ερωτεύονταν.
Έκαναν σχέδια.
Οι έμποροι υπολόγιζαν τα κέρδη τους.
Οι γεωργοί περίμεναν τη σοδειά.
Οι αμπελουργοί κοιτούσαν τα σταφύλια.
Οι μελισσοκόμοι φρόντιζαν τα σμήνη.
Και οι νέοι ονειρεύονταν το αύριο.
Το μυστικό του Βεζούβιου
Στις πλαγιές του Βεζούβιου ο άνεμος περνούσε μέσα από τα αμπέλια.
Κάπου ανάμεσα στα φύλλα, μια μέλισσα επέστρεψε στην κυψέλη της.
Κουβαλούσε ακόμη πάνω στο σώμα της ίχνη από τα άνθη που είχε επισκεφθεί.
Το σκοτάδι έπεφτε αργά.
Και πάνω από την πόλη, το βουνό στεκόταν ακίνητο.
Ήσυχο.
Πράσινο.
Αδιάφορο.
Κανείς δεν γνώριζε ότι η γη κάτω από τα πόδια τους κρατούσε ένα μυστικό.
Κανείς δεν γνώριζε ότι οι μέρες που έρχονταν θα μετρούνταν πλέον αντίστροφα.
Κανείς δεν γνώριζε ότι ένας έρωτας θα γεννιόταν εκεί όπου κανείς δεν τον περίμενε.
Και κανείς δεν γνώριζε ότι, όταν κάποτε η στάχτη θα έπεφτε πάνω στην Πομπηία, δύο άνθρωποι θα προσπαθούσαν να μείνουν μαζί μέχρι το τέλος.
Κάπου ανάμεσα στα φύλλα, μια μέλισσα επέστρεψε στην κυψέλη της.
Κουβαλούσε ακόμη πάνω στο σώμα της ίχνη από τα άνθη που είχε επισκεφθεί.
Το σκοτάδι έπεφτε αργά.
Και πάνω από την πόλη, το βουνό στεκόταν ακίνητο.
Ήσυχο.
Πράσινο.
Αδιάφορο.
Κανείς δεν γνώριζε ότι η γη κάτω από τα πόδια τους κρατούσε ένα μυστικό.
Κανείς δεν γνώριζε ότι οι μέρες που έρχονταν θα μετρούνταν πλέον αντίστροφα.
Κανείς δεν γνώριζε ότι ένας έρωτας θα γεννιόταν εκεί όπου κανείς δεν τον περίμενε.
Και κανείς δεν γνώριζε ότι, όταν κάποτε η στάχτη θα έπεφτε πάνω στην Πομπηία, δύο άνθρωποι θα προσπαθούσαν να μείνουν μαζί μέχρι το τέλος.
Το τέλος του καλοκαιριού
Για την ώρα όμως ήταν Αύγουστος.
Το καλοκαίρι ήταν ακόμη ζεστό.
Τα σταφύλια πλησίαζαν στην ωρίμαση.
Οι μέλισσες πετούσαν πάνω από τα άνθη.
Το μέλι γέμιζε τις κυψέλες.
Το καλοκαίρι ήταν ακόμη ζεστό.
Τα σταφύλια πλησίαζαν στην ωρίμαση.
Οι μέλισσες πετούσαν πάνω από τα άνθη.
Το μέλι γέμιζε τις κυψέλες.
Μόλις είχαν κοιταχτεί.
Και μερικές φορές...
μια ολόκληρη ζωή αρχίζει από ένα μόνο βλέμμα.
Τέλος πρώτου επισοδείου
Melissocosmos
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου