
Το τέλος του πρώτου Κυβερνήτη και η τραγωδία ενός κράτους που δεν είχε ακόμη προλάβει να στεριώσει
Ένα κράτος στα όρια της ρήξης
Το 1831 η Ελλάδα είχε αποκτήσει διεθνή αναγνώριση, όμως η ανεξαρτησία της δεν είχε μεταμορφώσει αυτομάτως τον τόπο σε μια ενωμένη και οργανωμένη χώρα. Τα χωριά εξακολουθούσαν να μετρούν τις πληγές του πολέμου, οι καλλιεργητές προσπαθούσαν να ξαναδώσουν ζωή στα χωράφια τους και οι οικογένειες αναζητούσαν ασφάλεια. Την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι που είχαν πολεμήσει για την ελευθερία διαφωνούσαν τώρα για το ποιος θα κυβερνούσε, ποιος θα είχε εξουσία και ποιος θα πλήρωνε το τίμημα της ανοικοδόμησης.
Η αναγκαιότητα της κεντρικής διοίκησης και οι πρώτες αντιδράσεις
Ο Ιωάννης Καποδίστριας πίστευε ότι η χώρα χρειαζόταν μια ισχυρή κεντρική διοίκηση για να επιβιώσει. Προσπαθούσε να οργανώσει υπηρεσίες, να επιβάλει κανόνες, να περιορίσει την αυθαίρετη δύναμη των τοπικών αρχόντων και να συγκεντρώσει στα χέρια της κυβέρνησης τις αρμοδιότητες που θεωρούσε απαραίτητες για τη δημιουργία κράτους.
Δεν ήταν όμως όλοι πρόθυμοι να αποδεχθούν αυτή την πορεία. Άνθρωποι που είχαν πολεμήσει εναντίον της οθωμανικής εξουσίας φοβούνταν τώρα ότι η νέα κυβέρνηση περιόριζε την ελευθερία τους, ενώ ισχυρές οικογένειες έβλεπαν να αμφισβητούνται προνόμια και τοπικές εξουσίες που θεωρούσαν δικά τους δικαιώματα.
Οι διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον
Η σύγκρουση δεν ήταν απλώς μια διαφωνία ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς του Κυβερνήτη. Πίσω της βρίσκονταν διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της Ελλάδας: ποια θέση θα είχαν οι παλιοί οπλαρχηγοί, πώς θα συμμετείχαν οι πολίτες στη διακυβέρνηση, πώς θα κατανέμονταν οι δημόσιοι πόροι και με ποιον τρόπο θα μπορούσε μια χώρα που είχε βγει από έναν εξαντλητικό πόλεμο να αποκτήσει κοινή διοίκηση.
Το βαθύ χάσμα της συγκεντρωτικής εξουσίας
Ο Καποδίστριας είχε σημαντικά επιτεύγματα, αλλά η συγκεντρωτική μέθοδος διακυβέρνησής του προκαλούσε πραγματική πολιτική αντίδραση.
Για να καταλάβουμε τι σήμαινε αυτό στην καθημερινή πράξη, ο Κυβερνήτης επιδίωξε να μεταφέρει κάθε νήμα της εξουσίας στο Ναύπλιο, την τότε έδρα της κυβέρνησης, εκμηδενίζοντας την αυτονομία των επαρχιών. Μέχρι τότε, η Ελλάδα λειτουργούσε σαν ένα μωσαϊκό από τοπικά φέουδα. Οι οπλαρχηγοί, οι προύχοντες και οι εύπορες οικογένειες διοικούσαν τους τόπους τους αυτόνομα. Είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα να εισπράττουν τους φόρους, συντηρούσαν δικούς τους ιδιωτικούς στρατούς και επέβαλλαν τους δικούς τους παραδοσιακούς νόμους.
Ο Καποδίστριας αποφάσισε να γκρεμίσει αυτό το παλιό κατεστημένο. Τοποθέτησε κυβερνητικούς επιτρόπους στις επαρχίες, οι οποίοι λογοδοτούσαν μόνο στον ίδιο, επιχείρησε να διοχετεύσει όλα τα έσοδα των λιμανιών στο κεντρικό ταμείο και ίδρυσε τακτικό στρατό για να αντικαταστήσει τα άτακτα ένοπλα σώματα. Αυτή η βίαιη μετάβαση σήμανε ότι οι τοπικοί ηγέτες έχαναν μέσα σε μια νύχτα τα χρήματά τους, την κοινωνική τους επιρροή και την ισχύ που είχαν κερδίσει με το σπαθί τους στα πεδία των μαχών. Αυτή η ανατροπή έκανε το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές αγεφύρωτο.
Η αναγνώριση της ανεξαρτησίας δεν έφερε την εσωτερική ειρήνη. Αντίθετα, η χώρα μπήκε σε μια περίοδο κατά την οποία η σύγκρουση για την εξουσία μπορούσε να γίνει εξίσου επικίνδυνη με τις μάχες που είχαν προηγηθεί.
Μάνη, Πετρόμπεης και η παράδοση της αυτονομίας
Ανάμεσα στις πιο σοβαρές συγκρούσεις βρισκόταν εκείνη του Κυβερνήτη με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, έναν από τους ισχυρότερους παράγοντες της Μάνης και πρόσωπο με σημαντική θέση στον Αγώνα. Η Μάνη είχε δική της παράδοση αυτονομίας, ισχυρούς τοπικούς δεσμούς και οικογένειες που δεν ήταν συνηθισμένες να δέχονται εύκολα εντολές από μια μακρινή κεντρική διοίκηση. Για τον Καποδίστρια, όμως, η δημιουργία κράτους απαιτούσε να μην υπάρχουν περιοχές που θα λειτουργούσαν με κανόνες ανεξάρτητους από την κυβέρνηση.
Το οικονομικό αδιέξοδο και το χρονικό της σύλληψης
Η ρήξη αυτή είχε βαθιές ρίζες, τόσο πολιτικές όσο και οικονομικές. Η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων είχε θυσιάσει το μεγαλύτερο μέρος της τεράστιας περιουσίας της για την Επανάσταση, μετρώντας δεκάδες νεκρούς στα πεδία των μαχών. Όταν η κυβέρνηση αφαίρεσε από τη Μάνη τα δικαιώματα των τοπικών τελωνείων για να στηρίξει τον κρατικό προϋπολογισμό, οι Μανιάτες οδηγήθηκαν σε οικονομική ασφυξία και ένιωσαν προδομένοι.
Το φιτίλι άναψε οριστικά όταν ο αδελφός του Πετρόμπεη, ο Τζανής, παρακίνησε τη Μάνη σε ανοιχτή στάση εναντίον των εκπροσώπων του Κυβερνήτη. Ο Πετρόμπεης, που βρισκόταν στο Ναύπλιο, ζήτησε να μεταβεί στον τόπο του για να κατευνάσει τα πνεύματα. Όμως ο Καποδίστριας, φοβούμενος ότι ο Μανιάτης ηγέτης θα έμπαινε επικεφαλής των επαναστατών, του απαγόρευσε την έξοδο από την πόλη.
Η φυλάκιση ενός 66χρονου ηγέτη
Η κατάσταση οδηγήθηκε στα άκρα τις πρώτες ημέρες του 1831. Βλέποντας το αδιέξοδο, ο Πετρόμπεης επιχείρησε να διαφύγει κρυφά με ένα αγγλικό σκάφος προς τα Επτάνησα. Μια ξαφνική θαλασσοταραχή όμως ανάγκασε το πλοίο να δέσει στο Κατάκολο της Ηλείας, όπου ο Μανιάτης αρχηγός συνελήφθη από τις κυβερνητικές δυνάμεις.
Ο Πετρόμπεης οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στο Ναύπλιο και κλείστηκε στα υγρά κελιά της Ακροναυπλίας με τη βαριά κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Ήταν τότε ένας σεβάσμιος γέροντας 66 ετών, ένας από τους τελευταίους ζωντανούς θρύλους και αρχιστρατήγους της Επανάστασης του 1821.
Η σύλληψη και η φυλάκισή του υπήρξαν ένα βαρύ πλήγμα για την οικογένειά του. Για τον Κυβερνήτη, η κίνηση αυτή ήταν μια πράξη επιβολής του νόμου και της κρατικής κυριαρχίας. Για τους Μαυρομιχαλαίους, η φυλάκιση του αρχηγού τους χωρίς τη διεξαγωγή δίκης αποτελούσε μια πρωτοφανή προσβολή που άγγιζε την τιμή, το φιλότιμο και το όνομά τους. Η προσωπική πικρία ενώθηκε έτσι με την πολιτική σύγκρουση και δημιούργησε ένα εκρηκτικό μείγμα.
Από την πολιτική αντιπαράθεση στην προσωπική εκδίκηση
Δεν πρέπει, ωστόσο, να θεωρήσουμε ότι η φυλάκιση του Πετρόμπεη εξηγεί από μόνη της ολόκληρη την κρίση. Η αντίθεση προς τον Καποδίστρια είχε ήδη ευρύτερες διαστάσεις. Υπήρχαν πολιτικοί αντίπαλοι, τοπικά συμφέροντα, διαφωνίες για τη μορφή της διακυβέρνησης και ανταγωνισμοί που είχαν επιβιώσει από τα χρόνια της Επανάστασης. Η υπόθεση των Μαυρομιχαλαίων έγινε ένα από τα πιο επικίνδυνα σημεία αυτής της αντιπαράθεσης, γιατί μετέφερε τη σύγκρουση από τον πολιτικό χώρο στην προσωπική εκδίκηση.
Ο Πετρόμπεης βρέθηκε πίσω από τα κάγκελα, ενώ έξω από τη φυλακή η οργή μεγάλωνε. Οι άνθρωποι της οικογένειάς του, και κυρίως ο αδελφός του Κωνσταντίνος και ο γιος του Γεώργιος, δεν έβλεπαν πλέον μόνο μια διαφωνία με την κυβέρνηση. Έβλεπαν μια ταπείνωση που, σύμφωνα με τον άγραφο και σκληρό κώδικα της Μάνης, μπορούσε να ξεπλυθεί μόνο με αίμα. Αυτό δεν δικαιολογεί το έγκλημα που ακολούθησε, αλλά βοηθά να καταλάβουμε πώς η πολιτική κρίση πήρε τόσο προσωπική και αιματηρή μορφή.
Οι προειδοποιήσεις και οι ιστορίες που έμειναν στη μνήμη
Καθώς το καλοκαίρι του 1831 έδινε τη θέση του στο φθινόπωρο, ο κύκλος γύρω από τον Κυβερνήτη γινόταν ολοένα και πιο ασφυκτικός. Η έχθρα των αντιπάλων του είχε πλέον εκδηλωθεί ανοιχτά και οι ψίθυροι για επικείμενο κακό αποτελούσαν κοινό τόπο συζητήσεων στα καφενεία και στα σοκάκια της πρωτεύουσας. Σε αυτή την ύστερη φάση της θητείας του, ο Καποδίστριας ήταν αδύνατο να εθελοτυφλεί μπροστά στο γεγονός ότι η πολιτική αντιπαράθεση είχε ξεφύγει από τα θεσμικά πλαίσια και άγγιζε τα όρια της προσωπικής απειλής. Παρά το βαρύ κλίμα, εκείνος αρνούνταν πεισματικά να οχυρωθεί, επιμένοντας να εκτελεί στο ακέραιο τα καθήκοντά του και να κυκλοφορεί στην πόλη χωρίς ιδιαίτερα μέτρα προστασίας.
Γύρω από τις τελευταίες στιγμές του διασώθηκε μια σειρά από λαϊκές αφηγήσεις, οι οποίες μεταδόθηκαν από γενιά σε γενιά και ρίζωσαν βαθιά στη συλλογική μνήμη. Πολλές από αυτές τις ιστορίες στερούνται αυστηρής ιστορικής τεκμηρίωσης και είναι χρέος του ερευνητή να διαχωρίζει τους μεταγενέστερους θρύλους από τις διασταυρωμένες γραπτές μαρτυρίες της εποχής. Η ανάγκη, όμως, του λαού να γεννήσει αυτούς τους μύθους φανερώνει το πώς η κοινωνία προσπάθησε εκ των υστέρων να εκλογικεύσει και να ερμηνεύσει μια εθνική τραγωδία, η οποία, στη συνείδηση πολλών, έμοιαζε από καιρό προδιαγεγραμμένη.
Το προφητικό όνειρο του αδελφού του
Μία από τις πιο διαδεδομένες παραδόσεις αυτού του είδους στρέφει το βλέμμα στον αδελφό του Κυβερνήτη, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια. Σύμφωνα με τη λαϊκή διήγηση, ο Αυγουστίνος είχε δει ένα, εφιαλτικό όνειρο το προηγούμενο βράδυ. Ανήσυχος από το κακό σημάδι, έσπευσε το επόμενο πρωί να περιγράψει το όραμά του στον Ιωάννη, ικετεύοντάς τον να μην βγει από το κυβερνείο και να αποφύγει την καθιερωμένη του πορεία προς την εκκλησία.
Από ιστορικής πλευράς, δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν ότι αυτή η συνομιλία έλαβε χώρα με τον συγκεκριμένο τρόπο, ούτε μπορούμε να γνωρίζουμε αν υπήρξε πράγματι κάποιο όνειρο. Κρατάμε, ωστόσο, τη συγκεκριμένη παράδοση ως ένα χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο η λαϊκή φαντασία θέλησε να ντύσει με μεταφυσικά σημάδια και προμηνύματα την τελευταία ημέρα της ζωής του πρώτου Κυβερνήτη.
Ο μαύρος σκύλος και το σκισμένο πανωφόρι
Στο ίδιο πλαίσιο των προφητικών θρύλων κινείται και η παλιά ιστορία με τον σκύλο, η οποία καταγράφεται σε διάφορα μεταγενέστερα κείμενα. Η παράδοση αναφέρει ότι, καθώς ο Καποδίστριας βαδίζε εκείνο το μοιραίο πρωινό προς τον Άγιο Σπυρίδωνα, ένα μαύρο σκυλί πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά του, του επιτέθηκε και κατάφερε να του σκίσει τη ρεντιγκότα —το επίσημο μακρύ πανωφόρι του.
Η σκηνή θέλει τον Κυβερνήτη να αναγκάζεται να επιστρέψει προσωρινά στην κατοικία του για να αλλάξει ένδυμα, καθυστερώντας έτσι την άφιξή του στον ναό, πριν ξεκινήσει και πάλι για τη μοιραία διαδρομή. Παρότι το περιστατικό αυτό δεν μπορεί να καταγραφεί ως ένα αδιάψευστο, επιστημονικά κυρωμένο ιστορικό γεγονός, επιβίωσε στο πέρασμα του χρόνου ως ένα από τα πιο ζωντανά και σκοτεινά κομμάτια της μυθολογίας που περιβάλλει εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό.
Η βωβή κραυγή της ζητιάνας
Μια άλλη συγκινητική παράδοση που διασώθηκε από εκείνες τις ώρες στρέφει την προσοχή σε μια ηλικιωμένη, κωφάλαλη γυναίκα που ζούσε ζητιανεύοντας στους δρόμους του Ναυπλίου. Λέγεται ότι, καθώς ο Κυβερνήτης πλησίαζε, η γυναίκα αυτή αντιλήφθηκε κάτι ύποπτο και προσπάθησε με έντονες χειρονομίες και άναρθρες, αγωνιώδεις κραυγές να του φράξει τον δρόμο, σαν να ήθελε να τον εμποδίσει να προχωρήσει προς τον θάνατο. Ο Καποδίστριας, ερμηνεύοντας την κίνησή της ως μια απλή έκκληση για βοήθεια, της άφησε μερικά νομίσματα και προσπέρασε, συνεχίζοντας την πορεία του.
Η ελπίδα στον σεβασμό των γηρατειών
Στο ίδιο κλίμα ανήκουν και ορισμένα λόγια που η παράδοση θέλει τον Καποδίστρια να έχει προφέρει λίγο πριν το τέλος, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι ακόμη και οι πιο ορκισμένοι εχθροί του θα σεβαστούν τελικά τα άσπρα του μαλλιά. Από ιστορική άποψη, δεν είναι ασφαλές να αντιμετωπίσουμε αυτή τη φράση ως μια επίσημη, αυτούσια δήλωσή του.
Ωστόσο, έχει μεγάλη αξία το νόημα που της έδωσε η συλλογική συνείδηση: αποτυπώνει την εικόνα ενός ηλικιωμένου πολιτικού ο οποίος, παρά τις απειλές, ήλπιζε βαθιά ότι το φιλότιμο, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και οι κοινοί αγώνες του παρελθόντος θα λειτουργούσαν ως φρένο και θα συγκρατούσαν τα χέρια των διωκτών του.
Όλες αυτές οι διηγήσεις, παρά τη μεταφυσική τους χροιά, δεν αποδεικνύουν ότι η δολοφονία ήταν ένα μαθηματικά προβλέψιμο γεγονός. Φανερώνουν όμως το πόσο βαθιά χαράχτηκε στην ψυχή του λαού η αίσθηση ότι ο Καποδίστριας προχωρούσε προς το θυσιαστήριο μέσα σε μια κοινωνία που είχε χάσει πια κάθε μέτρο και δεν μπορούσε να τιθασεύσει τα πάθη της.
Η Κυριακή που άλλαξε το Ναύπλιο
Ήταν ξημέρωμα Κυριακής, 27 Σεπτεμβρίου 1831, σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο που ίσχυε τότε (ημερομηνία που με το σημερινό Γρηγοριανό ημερολόγιο συμπίπτει με την 9η Οκτωβρίου). Το Ναύπλιο ξυπνούσε για μια ακόμη συνηθισμένη ημέρα, χωρίς κανείς να υποψιάζεται ότι αυτό το φθινοπωρινό πρωινό θα βαφόταν με αίμα και θα σημάδευε ανεξίτηλα την πορεία του ελληνικού έθνους.
Ο Καποδίστριας, πιστός στις θρησκευτικές του συνήθειες, κατευθύνθηκε πεζός προς τον ιερό ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Στο κατώφλι της εκκλησίας είχαν στήσει καρτέρι ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Παρότι οι δύο άνδρες βρίσκονταν υποτίθεται υπό διακριτική κυβερνητική επιτήρηση, η παρουσία τους εκεί δεν προκάλεσε την έγκαιρη αντίδραση της φρουράς. Η μοιραία συνάντηση, που κυοφορούνταν από μήνες, ήταν πλέον γεγονός.
Οι πρωτογενείς πηγές και οι καταθέσεις των μαρτύρων ταυτίζονται στο βασικό πυρήνα του εγκλήματος: ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης πυροβόλησε τον Κυβερνήτη στο κεφάλι, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα ο Γεώργιος τον έπληξε θανάσιμα με μαχαίρι στην κοιλιακή χώρα.
Έτσι ο άνθρωπος που επελέγη να βάλει τις πρώτες στέρεες βάσεις στο νεοσύστατο κράτος άφησε την τελευταία του πνοή δολοφονημένος στο πλακόστρωτο, την ώρα που εισερχόταν στο ναό για να παρακολουθήσει τη Θεία Λειτουργία.
Μια παλιά αφήγηση, που διασώθηκε σε ιστορικό εκπαιδευτικό υλικό, αποδίδει στον Κυβερνήτη τα λόγια «Τι σας έκαμα;». Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα αν αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια. Αποτελούν, όμως, μέρος μιας γραπτής μαρτυρίας που επιχειρεί να μεταφέρει την αμεσότητα και τη φρίκη της επίθεσης.
Το σοκ του φονικού και η ακέφαλη πολιτεία
Για μια σύντομη, παγωμένη στιγμή, η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση έπαψε να μεταφράζεται σε νομικές διαφωνίες, διεκδικήσεις αξιωμάτων και διοικητικές έριδες. Μετατράπηκε απότομα σε αίμα που πότιζε το πλακόστρωτο, σε έντρομες κραυγές που αντηχούσαν στα στενά σοκάκια και σε ένα πλήθος που έτρεχε αλλόφρον, χαμένο μέσα στη σύγχυση, χωρίς να μπορεί να συνειδητοποιήσει την τραγωδία. Ο Κυβερνήτης είχε πληγεί θανάσιμα και μέσα σε ελάχιστα λεπτά εξέπνευσε, ανίκανος να αντιδράσει στο διπλό δολοφονικό χτύπημα.
Η είδηση του χαμού του κυκλοφόρησε στην πρώτη πρωτεύουσα με μια ηλεκτρισμένη ταχύτητα, που δεν επέτρεπε στους πολίτες να σταθμίσουν αμέσως τις τρομακτικές συνέπειες αυτού που είχε διαπραχθεί. Η απώλεια του Ιωάννη Καποδίστρια δεν αποτελούσε απλώς τον βίαιο θάνατο ενός κορυφαίου άνδρα. Άφηνε εντελώς ακέφαλο το νεοσύστατο κράτος και βύθιζε στο απόλυτο κενό μια κυβέρνηση, η οποία είχε οικοδομηθεί και στηριζόταν αποκλειστικά στη δική του ισχυρή προσωπικότητα και διεθνή εμβέλεια. Η δολοφονία αυτή σημειώθηκε σε μια χρονική συγκυρία όπου οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί είχαν ήδη φτάσει στο σημείο του βρασμού, έτοιμοι να τινάξουν τα πάντα στον αέρα.
Ο Κολοκοτρώνης και ο λαός μπροστά στην είδηση
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πληροφορήθηκε το τραγικό μαντάτο της δολοφονίας ενώ βρισκόταν στην Τριπολιτσά. Η πρώτη του αντίδραση, όπως διασώζεται μέσα από τις ιστορικές καταγραφές των απομνημονευμάτων του και την κατοπινή λογοτεχνική επεξεργασία του Σπύρου Μελλά, υπήρξε βαθιά ανθρώπινη και συγκλονιστική: ο Γέρος του Μοριά ξέσπασε σε λυγμούς, θρηνώντας για τον χαμό ενός ανθρώπου τον οποίο ένιωθε πραγματικό του φίλο.
Η συμπόρευση των δύο αυτών κορυφαίων μορφών δεν είχε υπάρξει πάντοτε ανέφελη, καθώς οι πολιτικές σκοπιμότητες και οι πιέσεις της εποχής προκαλούσαν συχνά τριβές, όπως συνέβαινε εξάλλου με όλους τους πρωταγωνιστές του Εικοσιένα. Ωστόσο, η βαρβαρότητα του εγκλήματος ξεπερνούσε κάθε συνηθισμένη πολιτική διαμάχη.
Ο Κολοκοτρώνης, με την οξυδέρκεια που τον διέκρινε, αντιλήφθηκε αμέσως ότι η πατρίδα έχανε, στην πιο ευάλωτη καμπή της ιστορίας της, τον μοναδικό στιβαρό άξονα γύρω από τον οποίο είχε αρχίσει να οργανώνεται και να αποκτά σάρκα και οστά η κρατική οντότητα της ελεύθερης Ελλάδας.
Η μάχη για την αποτροπή ενός νέου εμφυλίου
Η άμεση και κυρίαρχη έγνοια του Γέρου του Μοριά ήταν να προλάβει έναν νέο, γενικευμένο κύκλο αιματοκυλίσματος ανάμεσα στους Έλληνες. Σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές, έστειλε αμέσως επείγουσες διαταγές ώστε να διαφυλαχθεί πάση θυσία η δημόσια τάξη, να παραμείνουν οι κατά τόπους διοικητές στα πόστα τους και να παρεμποδιστεί οποιαδήποτε αυθαίρετη μετακίνηση ενόπλων σωμάτων.
Η πατρίδα είχε ήδη αναλωθεί σε μακροχρόνιες πολεμικές περιπέτειες και καταστροφικούς αδελφοκτόνους σπαραγμούς, γεγονός που σήμαινε ότι μια καινούργια ανάφλεξη βίας θα ισοπεδώνε οριστικά ό,τι είχε διασωθεί από την υποτυπώδη και εύθραυστη διοικητική συνοχή του κράτους.
Η φορτισμένη υποδοχή στην πρωτεύουσα
Όταν ο Κολοκοτρώνης διάβηκε τις πύλες του Ναυπλίου, η συνάντησή του με τους κατοίκους εξελίχθηκε σε μια σκηνή βαθιάς συγκίνησης και έντασης. Πλήθη ανθρώπων κάθε ηλικίας έτρεξαν να σπεύσουν στο πλευρό του. Άλλοι ξέσπαγαν σε γοερά κλάματα, άλλοι φώναζαν οργισμένοι και οι περισσότεροι ζητούσαν εναγωνίως να μάθουν τι μέλλει γενέσθαι από εκείνη τη μαύρη στιγμή και μετά.
Μέσα στο γενικότερο κομφούζιο, ο έμπειρος στρατηγός προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κατευνάσει τα πνεύματα. Η ιστορική μνήμη τον παρουσιάζει να επιβάλλει τη σιωπή στο πλήθος, προτρέποντας τους πολίτες να επιστρέψουν ψύχραιμοι στις εστίες τους και να μην επιτρέψουν στον φόβο ή την αγανάκτηση να καθορίσουν τις πράξεις τους.
Το συλλογικό σοκ και η άλλη όψη του θρήνου
Στο Ναύπλιο, οι επαγγελματίες κλείδωναν βιαστικά τα εργαστήρια και τα καταστήματά τους, οι άνθρωποι περιπλανιούνταν άσκοπα στις πλατείες και προσπαθούσαν να χωνέψουν το αδιανόητο: ότι ο ανώτατος άρχοντας της χώρας είχε πέσει νεκρός από ελληνικά χέρια.
Πίσω από τον αυθόρμητο θρήνο κρυβόταν μια ακόμη πιο σκοτεινή πραγματικότητα: η αγωνία για το αύριο. Οι απλοί άνθρωποι αναρωτιούνταν με τρόμο ποιος θα αναλάμβανε τα ηνία, αν θα ξεσπούσε ένα κύμα αντεκδίκησης και αν οι οπλαρχηγοί θα έστρεφαν ξανά τα όπλα ο ένας εναντίον του άλλου.
Για την καθημερινή βιοπάλη, η δολοφονία του Κυβερνήτη δεν αποτελούσε απλώς ένα κεφάλαιο της πολιτικής ιστορίας. Ήταν μια εξέλιξη που απειλούσε να φέρει νέα ανασφάλεια, αναγκαστικές επιτάξεις περιουσιών, πρόσθετους φόρους και οικονομική εξαθλίωση, σε μια περίοδο που η κοινωνία πάσχιζε να ορθοποδήσει.
Μια διαφορετική δοκιμασία για τον Γέρο του Μοριά
Ο Κολοκοτρώνης, ο μπαρουτοκαπνισμένος πολεμιστής που είχε δει τον Αγώνα να ισορροπεί ανάμεσα στον θρίαμβο και την απόλυτη καταστροφή, βρισκόταν τώρα αντιμέτωπος με μια πρωτόγνωρη πρόκληση. Αυτή τη φορά δεν είχε απέναντί του κάποιον οργανωμένο εχθρικό στρατό για να πολεμήσει στο πεδίο της μάχης.
Είχε να διαχειριστεί μια ολόκληρη πατρίδα που κινδύνευε από λεπτό σε λεπτό να κατασπαράξει τον ίδιο της τον εαυτό. Το μοναδικό όπλο που διέθετε εκείνη τη στιγμή, και το οποίο χρησιμοποίησε με όλο το βάρος του ονόματός του, ήταν η έκκληση για αυτοσυγκράτηση και ενότητα.
Το λιντσάρισμα του Κωνσταντίνου και η καταδίωξη
Αμέσως μετά το φονικό χτύπημα, η μοίρα των δύο αυτουργών σφραγίστηκε μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, στην προσπάθειά του να ξεφύγει από το σημείο της επίθεσης, βρέθηκε αντιμέτωπος με την ακαριαία και τυφλή οργή των σωματοφυλάκων και των περαστικών που είχαν κατακλύσει τον περίβολο του ναού.
Οι ιστορικές πηγές παρουσιάζουν μικρές αποκλίσεις γύρω από τα ακριβή βήματα της καταδίωξής του στους δρόμους του Ναυπλίου και τα πρόσωπα που τον έπληξαν πρώτα. Ωστόσο, όλες συγκλίνουν στο αναπόφευκτο τέλος: ο Κωνσταντίνος τραυματίστηκε βαριά από τα πυρά των διωκτών του και λιντσαρίστηκε μέχρι θανάτου από το εξαγριωμένο πλήθος, προτού προλάβει να βρει καταφύγιο.
Η καταδίκη του Γεωργίου και το μόνιμο ρήγμα
Από την άλλη πλευρά, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης στάθηκε πιο τυχερός μέσα στην ατυχία του κατά τα πρώτα λεπτά της διαφυγής του. Κατάφερε να διασπάσει τον κλοιό και να ζητήσει πολιτικό άσυλο στην πρεσβεία της Γαλλίας, η οποία περιφρουρούνταν στενά. Η παραμονή του εκεί όμως ήταν αδύνατον να διαρκέσει για πολύ, καθώς η λαϊκή κατακραυγή και η πίεση των κυβερνητικών αρχών ανάγκασαν τη γαλλική διπλωματία να τον παραδώσει.
Ο Γεώργιος οδηγήθηκε ενώπιον έκτακτου στρατοδικείου, όπου η διαδικασία είχε ξεκάθαρο χαρακτήρα. Δικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες και έλαβε την εσχάτη των ποινών. Η εκτέλεσή του πραγματοποιήθηκε με τυφεκισμό το πρωί της 10ης Οκτωβρίου 1831 (με το παλαιό ημερολόγιο).
Η αιματηρή πράξη των δύο Μανιατών είχε κόψει βίαια το νήμα της ζωής του Κυβερνήτη, όμως η δική τους εξόντωση δεν ήταν ικανή ούτε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, ούτε να επουλώσει το βαθύ κοινωνικό και πολιτικό ρήγμα που είχε πλέον ανοίξει διάπλατα στο σώμα της χώρας.
Το δράμα του έγκλειστου πατέρα
Την ώρα που το Ναύπλιο συγκλονιζόταν από τη δολοφονία, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης εξακολουθούσε να βρίσκεται έγκλειστος πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Η πολιτική ρήξη που είχε προκαλέσει αρχικά τον εγκλεισμό του είχε πλέον μετεξελιχθεί σε μια ανείπωτη οικογενειακή και εθνική τραγωδία.
Οι ιστορικές καταγραφές γύρω από τον τυφεκισμό του Γεωργίου αναφέρουν ότι ο ηλικιωμένος πατέρας βίωσε την εκτέλεση του υιού του όντας ακόμη υπό κρατική ομηρία, γεγονός που προσέδωσε μια επιπλέον οδυνηρή διάσταση στην όλη κατάσταση.
Το Χρονικό της Κυψέλης — Όταν η συνέχεια διακόπτεται
Η δοκιμασία της αποικίας και η αναζήτηση της ζωής
Κάθε έμπειρος μελισσοκόμος γνωρίζει καλά πως μια κυψέλη είναι προετοιμασμένη να αντέξει τις πιο σκληρές αντιξοότητες του χρόνου. Μπορεί να βιώσει μήνες σκοτεινούς, να δει τον πληθυσμό της να αποδεκατίζεται, να στερηθεί το απαραίτητο νέκταρ και να έρθει αντιμέτωπη με απειλητικούς εχθρούς που ξεπερνούν τις δυνάμεις της.
Όταν ο μελισσοκόμος ανασηκώνει το καπάκι, το βλέμμα του δεν στέκεται μόνο σε όσα χάθηκαν. Η πραγματική του αγωνία είναι να διακρίνει αν ανάμεσα στα πλαίσια σιγοκαίει ακόμη αρκετή ζωτική σπίθα, ικανή να οδηγήσει την αποικία στην επόμενη μέρα.
Υπάρχει, όμως, μια σκοτεινή και παράδοξη συμπεριφορά που συναντάται ενίοτε στα βάθη της δομής ενός μελισσιού. Σε κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες, οι ίδιες οι μέλισσες, παρασυρμένες από ένα τυφλό ένστικτο ή από μια εσωτερική αναταραχή, στρέφονται ενάντια στην ίδια τους τη βασίλισσα —τη μάνα του μελισσιού— και τη θανατώνουν.
Στη γλώσσα της μελισσοκομίας, η ενέργεια αυτή ονομάζεται Αντικατάσταση. Πρόκειται για μια πράξη που το σμήνος αποφασίζει όταν νιώθει ότι η παλιά του βασίλισσα δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί την ευημερία και την ανάπτυξη της κοινότητας.
Το μοιραίο λάθος του σμήνους
Όμως, η φύση δεν είναι αλάθητη. Μερικές φορές το μελισσί προβαίνει σε ένα τραγικό, μη αναστρέψιμο σφάλμα. Μέσα στην αναστάτωση και την εσωτερική του πίεση, κρίνει εσφαλμένα τη μάνα του, θεωρώντας τη υπεύθυνη για δεινά που στην πραγματικότητα οφείλονται σε εξωτερικούς παράγοντες, στην κακοκαιρία ή στη γενικότερη ένδεια του περιβάλλοντος.
Η θανάτωση της βασίλισσας φαντάζει τότε ως η μόνη λύση, όμως η επόμενη μέρα κρύβει μια σκληρή αλήθεια. Δεν υπάρχει απολύτως καμία βεβαιότητα ότι η νέα βασίλισσα που θα προκύψει από τα βασιλικά κελιά θα αποδειχθεί αντάξια, ικανότερη ή καλύτερη από εκείνη που χάθηκε.
Το αντίθετο μάλιστα. Πολύ συχνά, η βίαιη αυτή διακοπή της συνέχειας βυθίζει την κυψέλη σε μια παρατεταμένη περίοδο ορφάνιας, αδυναμίας και αναρχίας, οδηγώντας τη σταδιακά στον μαρασμό και στην καταστροφή.
Το πολιτικό κενό και το εύθραυστο μέλλον
Αυτή ακριβώς η μελισσοκομική αλήθεια καθρέφτιζε με τρόπο προφητικό την τραγική πραγματικότητα της Ελλάδας του 1831. Ο τόπος δεν στερούνταν ανθρώπινου δυναμικού. Διέθετε ψυχές που γνώριζαν καλά πώς να κρατούν το καριοφίλι στη μάχη, πώς να οργώνουν τη γη, πώς να χτίζουν σπίτια, να αρμενίζουν στις θάλασσες και να επιβιώνουν μέσα από τις στάχτες. Κουβαλούσε στις αποσκευές του μια βαριά ιστορική μνήμη, ανυπολόγιστες θυσίες και μεγάλες προσδοκίες.
Εκείνο που δεν είχε κατορθώσει ακόμη να ριζώσει στο έδαφος ήταν μια σταθερή, κοινά αποδεκτή πολιτική τάξη, ικανή να γεφυρώνει τις αναπόφευκτες διαφωνίες χωρίς να επιτρέπει στα όπλα και στη βία να παίρνουν τον λόγο.
Ο βίαιος χαμός του Ιωάννη Καποδίστρια —αυτή η αιματηρή, εθνική «αντικατάσταση» στην είσοδο του Αγίου Σπυρίδωνα— δεν έσβησε μονοκοντυλιά τα θεμέλια που είχαν ήδη τεθεί, αλλά ξεγύμνωσε με τον πιο σκληρό τρόπο το πόσο μετέωρη παρέμενε η όλη κρατική οικοδόμηση.
Το σμήνος των Ελλήνων πίστεψε πως αν εξόντωνε τη «μάνα» του κράτους, τα προβλήματα της χώρας θα λύνονταν μαγικά. Όμως το μέλλον που ξημέρωνε δεν θα ήταν καθόλου καλύτερο. Η ιστορία θα αποδείκνυε πως η νέα τάξη πραγμάτων που ακολούθησε θα ήταν πολύ πιο ξένη, σκληρή και απρόσωπη.
Η τελευταία εικόνα
Ας επιστρέψουμε νοερά, για μια τελευταία φορά, σε εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό στα σοκάκια του Ναυπλίου.
Καθώς ο Κυβερνήτης βάδιζε προς τον Άγιο Σπυρίδωνα, οι γνώριμοι, καθημερινοί θόρυβοι της ξυπνητής πόλης δεν άφηναν το παραμικρό περιθώριο να υποψιαστεί κανείς το μέγεθος της εθνικής τραγωδίας που καραδοκούσε λίγα μέτρα πιο πέρα. Ένας άνδρας προχωρούσε με σταθερό βήμα προς τον ναό, κουβαλώντας στις πλάτες του μια ολόκληρη ζωή αναλωμένη στα μεγάλα σαλόνια της ευρωπαϊκής διπλωματίας, στις διεθνείς πολιτικές σκακιέρες και, κυρίως, στην επίμονη προσπάθεια να αποκτήσει η πατρίδα μια ευνομούμενη, οργανωμένη κρατική υπόσταση. Είχε κάνει το μεγάλο άλμα από την εκλεπτυσμένη Ευρώπη των αυτοκρατοριών στην αιματοβαμμένη Ελλάδα της Επανάστασης, αναλαμβάνοντας τα ηνία μιας χώρας ολοκληρωτικά εξαντλημένης, με μοναδικό σκοπό να τη μεταμορφώσει σε σύγχρονο κράτος. Στην πορεία αυτή, βέβαια, γέννησε σφοδρές αντιδράσεις, συγκρούστηκε με πανίσχυρα τοπικά συμφέροντα και δεν κατάφερε τελικά να γεφυρώσει τις εκ διαμέτρου αντίθετες αντιλήψεις γύρω από τη φύση της εξουσίας.
Η ιστορική επιστήμη δεν μας ζητά σε καμία περίπτωση να τον αγιοποιήσουμε ή να τον θεωρήσουμε αλάνθαστο. Μας καλεί, αντίθετα, να κατανοήσουμε το μέγεθος του έργου του, τα αντικειμενικά του όρια, τις τεράστιες αντιφάσεις της εποχής του, αλλά και την ασήκωτη ιστορική ευθύνη εκείνων που προτίμησαν το τυφλό χτύπημα της βίας από την αναζήτηση μιας πολιτικής, συμβιβαστικής λύσης. Ο βίαιος χαμός του δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας αναπόφευκτης, μεταφυσικής μοίρας, ούτε μια πράξη που μπορεί να ερμηνευθεί απομονώνοντας ένα μόνο πρόσωπο ή μια μεμονωμένη αφορμή. Υπήρξε η μοιραία κατάληξη μιας βαθιάς συστημικής κρίσης, η οποία διογκώθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε η ίδια η ανθρώπινη ζωή έγινε τελικά το νόμισμα για την πληρωμή της πολιτικής σύγκρουσης.
Το τέλος ενός μεγάλου ταξιδιού
Και κάπου εδώ φτάνει στο τέρμα του και το δικό μας μεγάλο, κοινό ταξίδι. Ξεκινώντας από τισ κυψέλες της ελληνικής υπαίθρου, διασχίζοντας τα ορεινά χωριά και τα απόκρημνα βουνά της Επανάστασης, βιώνοντας τις άγριες πολιορκίες και την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου, και παρακολουθώντας την αγωνιώδη προσπάθεια να θεμελιωθεί ένα κράτος πάνω στα νωπά ακόμη ερείπια του πολέμου, καταλήξαμε στην είσοδο μιας εκκλησίας στο Ναύπλιο. Εκεί ακριβώς, όπου η ελπίδα για την εθνική ανασυγκρότηση συγκρούστηκε μετωπικά με την πιο αδυσώπητη και αιματηρή συνέπεια του αδελφοκτόνου διχασμού.
Το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, ο Ιωάννης Καποδίστριας έπεσε νεκρός, χτυπημένος θανάσιμα στα σκαλιά του Αγίου Σπυρίδωνα. Και μαζί με τον άνθρωπο που πάσχισε να δώσει σάρκα και οστά στο νεογέννητο ελληνικό κράτος, εκείνο το πρωινό πληγώθηκε ανεπανόρθωτα και η ίδια η ιερή υπόσχεση της Ανεξαρτησίας: ότι οι Έλληνες θα μπορούσαν, μετά από τόσες ανείπωτες θυσίες και ποτάμια αιμάτων, να οικοδομήσουν το κοινό τους αύριο χωρίς να στρέψουν ποτέ ξανά τα όπλα ο ένας εναντίον του άλλου.
Σημείωση ιστορικής τεκμηρίωσης
Οι λαϊκές παραδόσεις που αφορούν το προφητικό όνειρο του Αυγουστίνου, την επίθεση του μαύρου σκύλου, τις άναρθρες κραυγές της κωφάλαλης ζητιάνας ή τα λόγια του Κυβερνήτη για τον σεβασμό στα λευκά του μαλλιά, καταγράφονται στο έργο ως στοιχεία της συλλογικής μνήμης και του λαϊκού θρύλου, και όχι ως επιστημονικά βεβαιωμένα γεγονότα. Αναφορικά με το χρονικό της δολοφονίας, την κατάληξη των μελών της οικογένειας Μαυρομιχάλη και τις άμεσες αντιδράσεις του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, χρησιμοποιήθηκαν ως βάση και σημεία ιστορικού ελέγχου τα επίσημα στοιχεία από το Μουσείο Καποδίστρια, οι πηγές του Ιστορικού Αρχείου του Βήματος, καθώς και τα τεκμήρια από την ιστορική συλλογή του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Το παρόν κείμενο αποτελεί προϊόν πρωτότυπης συγγραφικής σύνθεσης και σε καμία περίπτωση συρραφή ή αναπαραγωγή των προαναφερθεισών πηγών.
Η εικόνα της ανάρτησης αποτελεί ψηφιακή απεικόνιση για το melissocosmos
ΤΕΛΟΣ
Melissocosmos
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου