
Ψηφιακή καλλιτεχνική απεικόνιση για το Melissocosmos
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
Ο Καραϊσκάκης στο Φάληρο: Η τελευταία μάχη πριν από το Ναυαρίνο
Στο νέο μας ιστορικό αφιέρωμα εξετάζουμε τον τραγικό επίλογο που γράφτηκε για τον μεγάλο αρχηγό της Ελληνικής Επανάστασης. Αναλύουμε πώς ο ξαφνικός θάνατος του Γεωργίου Καραϊσκάκη επηρέασε άμεσα τη μάχη του Φαλήρου αλλά και την πολιορκημένη Ακρόπολη. Μέσα από την έρευνα σε ελληνικές και τουρκικές πηγές φωτίζουμε όλο το παρασκήνιο εκείνης της μοιραίας νύχτας στο στρατόπεδο του Φαλήρου. Συνδέουμε τις καταιγιστικές εξελίξεις με το χρονικό της κυψέλης σήμερα. Δείχνουμε πώς μια βαριά απώλεια αναγκάζει τον Αγώνα να αλλάξει μορφή λίγο πριν το Ναυαρίνο.
Η πτώση του Μεσολογγίου είχε αλλάξει τη γεωγραφία του πολέμου. Ο Κιουταχής δεν είχε πλέον απέναντί του τα τείχη μιας πόλης που κρατούσε δεμένο έναν ολόκληρο οθωμανικό στρατό στη δυτική Ελλάδα. Η μεγάλη πολιορκία είχε τελειώσει. Ο δρόμος προς την Αττική είχε ανοίξει για τα καλά.
Τον Μάιο του 1826 ο οθωμανικός στρατός κινήθηκε προς τη Στερεά Ελλάδα. Άρχισε να συγκεντρώνει τις δυνάμεις του γύρω από την Αθήνα. Η Ακρόπολη με τους υπερασπιστές της ακόμη μέσα στα τείχη έγινε ο νέος μεγάλος στόχος. Η ίδια η ελληνική Επανάσταση κινδύνευε τώρα να χάσει ένα από τα τελευταία σημαντικά οχυρά της στην ανατολική Στερεά. Το ίδιο το ελληνικό ιστορικό υλικό συνοψίζει την εξέλιξη με μια χαρακτηριστική φράση: η πτώση του Μεσολογγίου άνοιξε τον δρόμο για την πολιορκία της Ακρόπολης από τον Κιουταχή.
Kαι τότε εμφανίστηκε ξανά στο προσκήνιο ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με κανέναν άλλο, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Δεν είχε την εμφάνιση ενός Ευρωπαίου στρατηγού. Δεν είχε στρατό οργανωμένο σύμφωνα με τα πρότυπα των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Ο στρατηγός που δεν ήθελε να πολεμά όπως οι άλλοι
Ο Καραϊσκάκης δεν πίστευε ότι ο Κιουταχής μπορούσε να νικηθεί εύκολα με μια μετωπική επίθεση. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για να καταλάβουμε και τον τελευταίο μήνα της ζωής του. Ο τρόπος πολέμου του ήταν διαφορετικός. Στηριζόταν στην αδιάκοπη πίεση στις συγκοινωνίες του εχθρού.
Ήταν ένας ηγέτης που πολέμησε σε μια πολύ μεγάλη γεωγραφική περιοχή της Στερεάς Ελλάδας (Ρούμελης), της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Αττικής. Ο στρατάρχης της Ρούμελης γνώριζε καλά τον πόλεμο. Ήξερε το βουνό. Ήξερε την ενέδρα. Γνώριζε τον παραδοσιακό κλεφτοπόλεμο.
Ήθελε συνεχώς χτυπήματα στα εφόδια. Επιθέσεις στα αποσπάσματα. Αποκοπή των δρόμων. Ήθελε να αναγκάζεται ο αντίπαλος να κινείται συνεχώς και να φθείρεται. Ήξερε πώς πολεμούν οι άνδρες που δεν μπορούν να παρατάξουν απέναντι στον εχθρό ίσο αριθμό στρατιωτών. Και κυρίως ήξερε πότε να περιμένει πριν δώσει το σύνθημα στο στρατόπεδο του Φαλήρου.
Αυτή η τακτική του φθοροποιού πολέμου είχε ήδη αποδώσει καρπούς στην Αράχοβα, τον Νοέμβριο του 1826. Εκεί είχε καταφέρει μία από τις σημαντικότερες ελληνικές νίκες της Επανάστασης. Αλλά ο Κιουταχής δεν είχε εγκαταλείψει την Αττική. Η Ακρόπολη εξακολουθούσε να πολιορκείται στενά.
Έτσι ο Καραϊσκάκης έπρεπε τώρα να επιστρέψει στην περιοχή όπου η τύχη της Επανάστασης θα κρινόταν σε λίγους μήνες. Έπρεπε να στήσει τη δική του γραμμή άμυνας απέναντι στον οθωμανικό στρατό.
Από τη Δυτική Ελλάδα στο Κερατσίνι
Τον Φεβρουάριο του 1827 ο Καραϊσκάκης επέστρεψε στην Αττική. Στις αρχές Μαρτίου άρχισε να οργανώνει το στρατόπεδό του στο Κερατσίνι. Δεν ήταν καθόλου μια τυχαία επιλογή. Από εκεί μπορούσε να παρακολουθεί τις κινήσεις των Οθωμανών. Μπορούσε να απειλεί την πολιορκητική μηχανή του Κιουταχή.
Οι συγκρούσεις άρχισαν να πολλαπλασιάζονται γρήγορα. Στο Κερατσίνι οι Έλληνες άντεξαν την επίθεση μιας πολύ ισχυρότερης δύναμης. Ο Κιουταχής διέθετε χιλιάδες άνδρες. Ο Καραϊσκάκης είχε πολύ λιγότερους. Αλλά η αριθμητική υπεροχή δεν ήταν αρκετή.
Το έδαφος, τα οχυρωμένα ταμπούρια και η εμπειρία των ανδρών του Καραϊσκάκη έκαναν την επίθεση εξαιρετικά δύσκολη. Η μάχη της 4ης-5ης Μαρτίου 1827 αποτέλεσε μία από τις επιτυχίες που κράτησαν ζωντανό το ελληνικό στρατόπεδο στην Αττική. Ήταν μια ακόμη απόδειξη της λογικής του. Δεν χρειαζόταν να καταστρέψει ολόκληρο τον στρατό του Κιουταχή. Έπρεπε να τον εμποδίζει να κλείσει τον κλοιό γύρω από την Ακρόπολη. Και αυτό ακριβώς έκανε με μεγάλη επιτυχία.
Η Ακρόπολη άντεχε
Μέσα στην Αθήνα η κατάσταση ήταν διαφορετική. Η Ακρόπολη παρέμενε πολιορκημένη. Οι άνδρες του Κιουταχή πίεζαν. Οι υπερασπιστές περίμεναν με αγωνία. Η ελληνική διοίκηση γνώριζε καλά ένα πράγμα. Αν η Ακρόπολη έπεφτε, η θέση των Ελλήνων στην Αττική θα γινόταν σχεδόν απελπιστική.
Έτσι η αποστολή του Καραϊσκάκη δεν ήταν απλώς να πολεμήσει έναν οθωμανικό στρατό. Ήταν να κρατήσει ανοιχτή την πιθανότητα να σωθεί η πολιορκημένη Ακρόπολη. Και μαζί της, ένα κομμάτι της Επανάστασης.
Η μεγάλη παγίδα
Εδώ βρίσκεται ένα από τα τραγικά σημεία της ιστορίας. Ο Καραϊσκάκης έλεγε να αντιμετωπίσουν τον Κιουταχή με τρόπο που να περιορίζει τα πλεονεκτήματα του αντιπάλου. Άλλοι όμως πίστευαν ότι η λύση ήταν μια μεγάλη επίθεση.
Αυτοί οι «άλλοι» ήταν η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της ελληνικής πλευράς. Πρωτεργάτες ήταν οι ξένοι αρχηγοί, ο ναύαρχος Τόμας Κόχραν και ο στρατηγός Ρίτσαρντ Τσωρτς, που πίεζαν για μια γρήγορη ευρωπαϊκού τύπου μάχη. Μαζί τους συμφωνούσαν πολιτικοί όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Γεώργιος Κουντουριώτης.
Ήθελαν απελπισμένα μια εντυπωσιακή νίκη για διπλωματικούς λόγους. Έπρεπε να επηρεάσουν τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου. Αν η Αθήνα έπεφτε, οι Ευρωπαίοι θα απέκλειαν τη Στερεά Ελλάδα από τα σύνορα του μελλοντικού κράτους.
Ταυτόχρονα παιζόταν η αξιοπιστία της ελληνικής διοίκησης. Η κυβέρνηση έπρεπε να δείξει στους ξένους τραπεζίτες και στις φιλελληνικές επιτροπές ότι τα χρήματα των δανείων έπιαναν τόπο. Ήθελαν να αποδείξουν ότι οι Έλληνες μπορούσαν ακόμη να οργανώσουν τακτικό στρατό υπό την ηγεσία των Βρετανών αρχηγών.
Για τους πολιτικούς σαν τον Μαυροκορδάτο, η στρατηγική του Καραϊσκάκη για έναν αργό, φθοροποιό πόλεμο καθυστερούσε τις διπλωματικές εξελίξεις. Ήθελαν ένα γρήγορο, εντυπωσιακό αποτέλεσμα που θα ακουγόταν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ακόμη κι αν αυτό σήμαινε τεράστιο στρατιωτικό ρίσκο.
Η διαφωνία δεν ήταν καθόλου μικρή. Ήταν καθαρά στρατηγική. Ο Καραϊσκάκης πρότεινε να χτυπηθούν οι γραμμές ανεφοδιασμού του Κιουταχή, ακόμη και από την περιοχή του Ωρωπού. Ήθελε ο πολιορκητικός στρατός να αποκοπεί εντελώς από τις πηγές εφοδιασμού του. Η πρόταση αυτή όμως δεν επικράτησε.
Η μεγάλη ιδέα των ξένων αρχηγών ήταν απλή: να δοθεί μια αποφασιστική μάχη εκ του συστάδην. Ο Καραϊσκάκης δεν ήταν καθόλου πεπεισμένος. Ήξερε ότι ο στρατός του Κιουταχή ήταν πολυάριθμος. Ήξερε ότι η Ακρόπολη βρισκόταν ακόμη υπό πολιορκία. Και ήξερε καλά ότι μια αποτυχημένη μετωπική επίθεση μπορούσε να διαλύσει ό,τι είχε απομείνει από την ελληνική δύναμη.
17 Απριλίου
Στις 17 Απριλίου έγινε η κρίσιμη συνάντηση των οπλαρχηγών. Η πρόταση για άμεση επίθεση συζητήθηκε έντονα. Ο Καραϊσκάκης διαφώνησε. Η δική του στρατηγική παρέμενε διαφορετική.
Αλλά η απόφαση για τη μεγάλη επιχείρηση άρχισε πλέον να παίρνει μορφή. Η ημερομηνία ορίστηκε για τις 23 Απριλίου 1827. Η μεγάλη επίθεση θα πραγματοποιούνταν τη νύχτα της 22ας προς την 23η Απριλίου. Κανείς εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο Καραϊσκάκης δεν θα έφτανε ποτέ στην επίθεση που είχε σχεδιαστεί.
22 Απριλίου
Το στρατόπεδο του Φαλήρου ήταν γεμάτο κίνηση. Οι άνδρες προετοιμάζονταν πυρετωδώς. Τα όπλα ελέγχονταν συνεχώς. Οι μονάδες περίμεναν τις τελικές διαταγές. Ο στόχος ήταν μεγάλος. Να χτυπηθεί ο Κιουταχής. Να ανοίξει ο δρόμος προς την Ακρόπολη. Να σπάσει η πολιορκία.
Μέσα σε αυτή την ένταση ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν βαριά άρρωστος. Η υγειά του είχε ήδη επιβαρυνθεί σημαντικά. Σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, εκείνη την ημέρα ήταν ιδιαίτερα καταβεβλημένος. Είχε πάρει φάρμακο. Είχε αποσυρθεί στη σκηνή του. Η διαταγή του ήταν ξεκάθαρη: να μην αρχίσει καμία σύγκρουση πριν από την ώρα της μεγάλης επιχείρησης. Αλλά ο πόλεμος σπάνια υπακούει στις διαταγές των στρατηγών.
Ένας πυροβολισμός
Κάποια στιγμή ακούστηκαν ξαφνικά πυροβολισμοί. Μια μικρή σύγκρουση είχε αρχίσει με τις οθωμανικές δυνάμεις. Ήταν ακριβώς αυτό που ο Καραϊσκάκης προσπαθούσε να αποφύγει με κάθε τρόπο. Δεν μπορούσε να επιτρέψει σε μια μικρή συμπλοκή να μετατραπεί σε γενική μάχη του Φαλήρου πριν έρθει η κατάλληλη ώρα.
Σηκώθηκε αμέσως. Καβαλίκεψε το άλογό του. Κατευθύνθηκε προς το σημείο της σύγκρουσης. Δεν πήγαινε εκεί για να γίνει ο ίδιος στόχος. Πήγαινε για να σταματήσει τη μάχη. Ο Σπυρίδων Τρικούπης περιγράφει ότι ο αρχηγός έφτασε έφιππος στο πεδίο. Προσπάθησε να συγκρατήσει τους άνδρες του. Τους διέταξε να υποχωρήσουν. Ήθελε να επιστρέψουν στις θέσεις τους για την επικείμενη νυχτερινή επιχείρηση. Και τότε συνέβη κάτι που έμελλε να αλλάξει ολόκληρη την εκστρατεία.
Η σφαίρα
Ξαφνικά, μέσα στον πανικό της εμπροσθοφυλακής, ακούστηκε ένας μοιραίος πυροβολισμός και ο Έλληνας αρχηγός δέχθηκε το πλήγμα. Για την ακριβή προέλευση του βλήματος η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε από που προήλθε. Στα οθωμανικά αρχεία δεν βρήκαμε στοιχεία ότι είχε διαταχθεί η δολοφονία του Καραϊσκάκη. Ωστόσο, για περισσότερα από 100 χρόνια υπήρχε έντονη η φήμη ότι η σφαίρα προήλθε από την ελληνική πλευρά.
Στα Απομνημονεύματά του ο Ιωάννης Μακρυγιάννης υποστηρίζει ανοιχτά ότι ο Γεώργιος Καραϊσκάκης δολοφονήθηκε από ελληνικό χέρι. Κατηγορεί ευθέως τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τους ξένους στρατηγούς Κόχραν και Τσωρτς για οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης. Ο Μακρυγιάννης ισχυρίζεται ότι ο αρχηγός πιέστηκε παράλογα σε μια αυτοκτονική επίθεση. Αναφέρει μάλιστα πως ο ίδιος ο Καραϊσκάκης του μετέφερε ότι γνώριζε ποιος τον πυροβόλησε.
Οι ανατομικές μελέτες και τα ιατρικά χρονικά της εποχής φωτίζουν το μέγεθος της σωματικής βλάβης. Καθώς ο Καραϊσκάκης βρισκόταν πάνω στο άλογό του, η σφαίρα τον πέτυχε διαγώνια, χαμηλά στην κοιλιά και στην περιοχή του βουβώνα. Η ανοδική πορεία του βλήματος αποδείχθηκε καταστροφική, αφού προκάλεσε άμεση ρήξη εντέρου και έσκισε κρίσιμα αιμοφόρα αγγεία της λεκάνης. Με τα δεδομένα της εποχής, η εσωτερική αιμορραγία και η αναπόφευκτη περιτονίτιδα σήμαιναν βέβαιο θάνατο, καθιστώντας αδύνατη κάθε προσπάθεια των γιατρών να τον σώσουν. Εκείνος, τουλάχιστον στην αρχή, δεν ήθελε να δείξει στους στρατιώτες του πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση.
«Δεν είναι τίποτε»
Ο Καραϊσκάκης έμεινε πάνω στο άλογό του. Για έναν άνθρωπο που γνώριζε καλά τον πόλεμο, η στιγμή πρέπει να ήταν τρομακτικά γνώριμη. Το σώμα είχε δεχθεί το χτύπημα. Η μάχη συνεχιζόταν. Οι άνδρες γύρω του περίμεναν διαταγές. Και ο αρχηγός έπρεπε να παραμείνει όρθιος πάση θυσία.
Σύμφωνα με την παράδοση, αρχικά υποβάθμισε το τραύμα του. Έλεγε πως δεν είναι τίποτα. Όμως η πραγματικότητα φαινόταν ήδη. Το αίμα. Ο έντονος πόνος. Η ξαφνική αδυναμία. Οι άνδρες γύρω του άρχισαν να αντιλαμβάνονται γρήγορα ότι δεν επρόκειτο για ένα απλό τραύμα. Τον πήγαν εσπευσμένα στη σκηνή του. Εκεί ο χειρουργός εξέτασε την πληγή. Κάπως έτσι άρχιζε η τελευταία του νύχτα στο στρατόπεδο του Φαλήρου.
Η νύχτα του Αγίου Γεωργίου
Ήταν η νύχτα πριν από την ονομαστική του εορτή. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης δεν θα έφτανε ποτέ στην ημέρα που έφερε το όνομά του. Ο άνθρωπος που είχε πολεμήσει σε τόσα μέρη της Ελλάδας βρισκόταν πλέον ακίνητος. Δεν μπορούσε να κάνει αυτό που έκανε πάντα: να σηκωθεί, να καβαλήσει, να μετακινηθεί, να φωνάξει, να δώσει εντολές, να παρακολουθήσει τον εχθρό. Τώρα οι άλλοι στέκονταν γύρω από εκείνον. Εκείνος περίμενε το τέλος.
Ο Τρικούπης γράφει ότι, παρά τους φοβερούς πόνους, διατήρησε καθαρό το πνεύμα του και τον λόγο του μέχρι τις τελευταίες ώρες. Αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό στοιχείο της τελευταίας του νύχτας. Δεν πέθανε αμέσως. Είχε τον χρόνο να καταλάβει. Να ακούσει. Να σκεφτεί. Να αντιληφθεί ότι το σχέδιο της επόμενης ημέρας για την πολιορκημένη Ακρόπολη θα συνεχιζόταν δυστυχώς χωρίς εκείνον.
Τι έλεγε η οθωμανική πλευρά;
Στη σύγχρονη τουρκική ιστοριογραφία ο Καραϊσκάκης εμφανίζεται κυρίως μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ελληνικής εξέγερσης και της πολιορκίας της Αθήνας. Οι τουρκικές πηγές της νεότερης ιστοριογραφίας αντιμετωπίζουν τον θάνατο ως μέρος της πολεμικής εξέλιξης στην Αττική.
Οι διαθέσιμες ελληνικές πηγές προσφέρουν πολύ λεπτομερέστερες αφηγήσεις για τις τελευταίες ώρες του στρατηγού. Η ίδια η τουρκική ιστορική βιβλιογραφία αναγνωρίζει πάντως τον Καραϊσκάκη ως έναν από τους βασικούς αντιπάλους των οθωμανικών δυνάμεων στην Αττική.
Ο άνθρωπος που δεν πρόλαβε να δει τη μάχη
Και εδώ βρίσκεται η τραγική ειρωνεία. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης είχε αφιερώσει τους τελευταίους μήνες της ζωής του σε έναν σκοπό: στην προσπάθεια να υποχρεώσει τον Κιουταχή να απομακρυνθεί από την πολιορκημένη Ακρόπολη. Και τώρα, λίγο πριν από τη μεγάλη επιχείρηση που θα μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση στην Αθήνα, ο ίδιος είχε βγει από τη μάχη.
Όχι επειδή νικήθηκε. Όχι επειδή παραδόθηκε. Όχι επειδή εγκατέλειψε. Έπεσε ενώ προσπαθούσε να σταματήσει μια μάχη που είχε αρχίσει πρόωρα. Αυτό ακριβώς κάνει τον θάνατό του ακόμη πιο τραγικό.
23 Απριλίου 1827
Πριν ξημερώσει, η κατάσταση είχε γίνει πια μη αναστρέψιμη. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης πέθανε στις 23 Απριλίου 1827 στο στρατόπεδο του Φαλήρου. Ήταν περίπου 45 ετών. Η ημερομηνία είχε μια σχεδόν συμβολική σκληρότητα. Ήταν η ημέρα του Αγίου Γεωργίου. Ο άνθρωπος που έφερε το όνομα του αγίου πέθανε τελικά την ημέρα της γιορτής του.
Η είδηση πέρασε από το ελληνικό στρατόπεδο σαν ηλεκτρισμός. Ο μεγάλος αρχηγός είχε φύγει. Και μαζί του έφευγε ένας από τους ελάχιστων ανθρώπους που μπορούσαν να αντιληφθούν την πραγματική φύση του πολέμου που διεξαγόταν στην Αττική.
Το σώμα στη Σαλαμίνα
Η τελευταία επιθυμία του Καραϊσκάκη ήταν να ταφεί στη Σαλαμίνα. Το σώμα του μεταφέρθηκε εκεί. Τάφηκε στον ναό του Αγίου Δημητρίου. Αργότερα, το 1835, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στο Φάληρο. Τοποθετήθηκαν μαζί με τα λείψανα άλλων αγωνιστών που είχαν πέσει κατά την πολιορκία της Ακρόπολης.
Αλλά εκείνη την ημέρα κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει το μέλλον. Οι άνθρωποι στο στρατόπεδο έβλεπαν μόνο το άμεσο κενό. Ο στρατηγός ήταν νεκρός. Ο Κιουταχής βρισκόταν ακόμη μπροστά τους. Η Ακρόπολη πολιορκούνταν. Και η μεγάλη επίθεση βρισκόταν μπροστά.
Η Ελλάδα έχανε έναν ακόμη αρχηγό
Το Μεσολόγγι είχε ήδη κοστίσει στην Επανάσταση ένα τεράστιο ανθρώπινο και πολιτικό κεφάλαιο. Τώρα η Αττική έχανε τον άνθρωπο που είχε καταφέρει να συγκρατήσει την ελληνική στρατιωτική παρουσία απέναντι στον Κιουταχή. Η απώλεια δεν ήταν μόνο συναισθηματική. Ήταν καθαρά επιχειρησιακή.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γνώριζε καλά τους άνδρες του. Γνώριζε το έδαφος. Γνώριζε τον αντίπαλο. Είχε δώσει νικηφόρες μάχες στην Αράχοβα, στο Κερατσίνι και σε άλλα σημεία της Στερεάς Ελλάδας. Και είχε ένα σπάνιο χαρακτηριστικό: δεν φοβόταν ποτέ να πει ότι μια επίθεση ήταν κακή ιδέα. Τώρα εκείνος δεν θα μπορούσε πλέον να διαφωνήσει για τη μάχη του Φαλήρου.
Το Χρονικό της Κυψέλης
Μια κυψέλη μπορεί να χάσει τη βασίλισσά της μέσα σε λίγα λεπτά. Οι μέλισσες όμως δεν γνωρίζουν από την αρχή τι ακριβώς έχει συμβεί. Για λίγο συνεχίζουν κανονικά τη δουλειά τους. Κινούνται πάνω στις κηρήθρες. Μεταφέρουν τροφή. Ταΐζουν τον γόνο. Καθαρίζουν τα κελιά.
Και ύστερα κάτι αλλάζει. Η απουσία γίνεται αντιληπτή. Δεν υπάρχει πια εκείνο το αόρατο κέντρο γύρω από το οποίο οργανωνόταν η ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία πεθαίνει αμέσως. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να ξαναβρεί την ισορροπία της.
Το ίδιο συνέβη και με τον ελληνικό Αγώνα. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης δεν ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να πολεμήσει. Δεν ήταν ο μόνος που μπορούσε να δώσει διαταγές και να γνωρίζει τα βουνά και τα περάσματα. Ήξερε όμως να εμπνέει. Ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους ανθρώπους γύρω από τους οποίους μπορούσε να συγκεντρωθεί η προσπάθεια πολλών.
Και τώρα που είχε χαθεί, η κυψέλη του Αγώνα έπρεπε να συνεχίσει χωρίς εκείνον. Οι κηρήθρες ήταν ακόμη γεμάτες πληγές. Το Μεσολόγγι είχε χαθεί. Η πολιορκημένη Ακρόπολη πολιορκούνταν στενά. Ο Κιουταχής παρέμενε στην Αττική. Και οι Έλληνες δεν γνώριζαν ακόμη ότι η θάλασσα θα έφερνε την επόμενη ομάδα αλλαγών.
Γιατί στο χρονικό της κυψέλης σήμερα αλλά και στην ιστορία, η απώλεια ενός κρίκου δεν σταματά πάντοτε τη ζωή. Μερικές φορές την αναγκάζει να αλλάξει μορφή. Και ενώ ο Καραϊσκάκης έφευγε από τη σκηνή της Επανάστασης, τα πλοία άρχιζαν να συγκεντρώνονται στο Ναυαρίνο.
Η επόμενη μάχη δεν θα δινόταν στα βουνά. Δεν θα δινόταν στα ταμπούρια και στα στενά της Αθήνας μετά τη μάχη του Φαλήρου. Θα δινόταν στη θάλασσα. Και αυτή τη φορά απέναντι στον οθωμανικό και αιγυπτιακό στόλο θα στέκονταν τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η κυψέλη της Επανάστασης έχανε έναν από τους τελευταίους μεγάλους πολεμιστές της. Αλλά κάπου στον ορίζοντα η ιστορία ετοίμαζε ήδη το Ναυαρίνο.
Και τότε η ιστορία έκανε ένα βήμα προς το Ναυαρίνο
Ο θάνατος του Καραϊσκάκη δεν ήταν το τέλος της Επανάστασης. Ήταν όμως ένα από τα τελευταία μεγάλα πλήγματα πριν από μια εξέλιξη που θα άλλαζε οριστικά την ισορροπία των πραγμάτων. Λίγους μήνες αργότερα οι στόλοι της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας θα βρίσκονταν απέναντι από τον οθωμανικό και αιγυπτιακό στόλο στο Ναυαρίνο. Εκεί όπου η θάλασσα θα γινόταν το επόμενο μεγάλο field της Επανάστασης.
Αλλά ο Καραϊσκάκης δεν θα το έβλεπε ποτέ αυτό. Δεν θα έβλεπε τα πλοία. Ούτε θα άκουγε τα κανόνια του κόλπου. Δεν θα γνώριζε ότι μόλις λίγους μήνες μετά τον θάνατό του η τύχη του οθωμανικού και αιγυπτιακού στόλου θα κρινόταν σε μία από τις σημαντικότερες ναυμαχίες του 19ου αιώνα.
Δεν υπάρχει σημαία πάνω από ένα κατακτημένο φρούριο. Δεν υπάρχει εχθρός που παραδίδεται. Δεν υπάρχει νικηφόρος στρατός. Υπάρχει μόνο ένας βαριά τραυματισμένος άνθρωπος μέσα σε μια σκηνή.
Έξω οι στρατιώτες περιμένουν με αγωνία. Ο Κιουταχής βρίσκεται ακόμη εκεί. Η πολιορκημένη Ακρόπολη ακόμη κρατάει. Η Ελλάδα ακόμη παλεύει. Και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ένας από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς ηγέτες της Επανάστασης, αφήνει την τελευταία του πνοή.
23 Απριλίου 1827. Η Επανάσταση δεν είχε ακόμη κερδίσει. Αλλά ούτε είχε τελειώσει για τα καλά. Και πέρα από τον ορίζοντα στο Ιόνιο Πέλαγος η θάλασσα άρχιζε ήδη να συγκεντρώνει τα πλοία που θα έφερναν την επόμενη μεγάλη καμπή. Το Ναυαρίνο πλησίαζε για να σφραγίσει τον αγώνα.
Ιστορική σημείωση του Κεφαλαίου 27
Για το κεφάλαιο διασταυρώθηκαν ελληνικές πηγές και διαθέσιμη τουρκική ιστοριογραφία. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στον Σπυρίδωνα Τρικούπη. Αυτός περιγράφει την κατάσταση που είχε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης πριν από τον τραυματισμό, την προσπάθειά του να σταματήσει τη σύγκρουση και τις τελευταίες ώρες του. Η ημερομηνία θανάτου στις 23 Απριλίου 1827 και η σύνδεσή του με τη σύγκρουση και τη μάχη του Φαλήρου τεκμηριώνονται από ελληνικά ιστορικά αποθετήρια.
Για την ακριβή προέλευση του βλήματος η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε από που προήλθε. Στα οθωμανικά αρχεία δεν βρήκαμε στοιχεία ότι είχε διαταχθεί η δολοφονία του Καραϊσκάκη, ωστόσο για περισσότερα από 100 χρόνια υπήρχε η φήμη ότι η σφαίρα προήλθε από την ελληνική πλευρά. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξαν τα Απομνημονεύματα του Ιωάννη Μακρυγιάννη, ο οποίος κατηγορεί ευθέως τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τους ξένους στρατηγούς Κόχραν και Τσωρτς για οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης. Η οθωμανική ιστοριογραφική αφήγηση εντάσσει τον Καραϊσκάκη στις μεγάλες μορφές της ελληνικής εξέγερσης που αντιπαρατέθηκαν στον οθωμανικό στρατό στην Αττική, την ώρα που η πολιορκημένη Ακρόπολη δεχόταν ισχυρή πίεση.
Συνεχίζεται
Melissocosmos
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου