
Ψηφιακή απεικόνιση Καποδίστριας στο γραφείο του για το Melissocosmos
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30
1828 — Ο χρόνος που η Ελλάδα έπρεπε να μάθει να λειτουργεί
Στις αρχές του 1828 η Ελλάδα είχε κερδίσει πολλά περισσότερα από όσα μπορούσε να φανταστεί ένας άνθρωπος που είχε ξεκινήσει την Επανάσταση επτά χρόνια νωρίτερα. Είχε αποκτήσει διεθνή υπόσταση, είχε εξασφαλίσει την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων, είχε περάσει μέσα από πολιορκίες, σφαγές, εμφύλιες συγκρούσεις και αμέτρητες καταστροφές και είχε φτάσει στο σημείο όπου η δημιουργία ενός ελληνικού κράτους δεν ήταν πια όνειρο, όμως η νίκη είχε αφήσει πίσω της μια παράξενη κληρονομιά, καθώς υπήρχε μια Ελλάδα που έπρεπε τώρα να ζήσει, αλλά δεν ήταν έτοιμη.
Στις αρχές του 1828 η Ελλάδα είχε κερδίσει πολλά περισσότερα από όσα μπορούσε να φανταστεί ένας άνθρωπος που είχε ξεκινήσει την Επανάσταση επτά χρόνια νωρίτερα. Είχε αποκτήσει διεθνή υπόσταση, είχε εξασφαλίσει την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων, είχε περάσει μέσα από πολιορκίες, σφαγές, εμφύλιες συγκρούσεις και αμέτρητες καταστροφές και είχε φτάσει στο σημείο όπου η δημιουργία ενός ελληνικού κράτους δεν ήταν πια όνειρο, όμως η νίκη είχε αφήσει πίσω της μια παράξενη κληρονομιά, καθώς υπήρχε μια Ελλάδα που έπρεπε τώρα να ζήσει, αλλά δεν ήταν έτοιμη.
Μια κοινωνία μαθημένη στην ανάγκη
Ο άνθρωπος που έφτασε για να την κυβερνήσει τον Ιανουάριο του 1828 δεν παρέλαβε ένα κράτος με υπηρεσίες που λειτουργούσαν, με υπαλλήλους που πληρώνονταν κανονικά, με ταμείο γεμάτο, με οργανωμένη δικαιοσύνη, με σταθερό νόμισμα και με αγρότες που περίμεναν απλώς να αρχίσουν την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Αντίθετα, παρέλαβε μια κοινωνία που είχε μάθει να ζει μέσα στην ανάγκη, και αυτό ήταν το πρώτο πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσει, καθώς ο Καποδίστριας δεν είχε απλώς να κυβερνήσει ανθρώπους, αλλά έπρεπε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε αυτοί οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν από τη δική τους εργασία, γεγονός που εξηγεί πολλά από όσα έκανε το 1828 και τα οποία, αν τα δούμε χωριστά, μοιάζουν ασύνδετα.
Ένας μηχανισμός ζωής ενάντια στην πείνα
Η πατάτα, οι δρόμοι, η τράπεζα, το νόμισμα, τα σχολεία, το Ορφανοτροφείο, τα δικαστήρια, ο στρατός, τα λιμάνια, οι πρόσφυγες, τα δέντρα, οι στατιστικές και οι φτωχοί ήταν όλα κομμάτια του ίδιου σχεδίου για να αποκτήσει η Ελλάδα έναν μηχανισμό ζωής. Ο άνθρωπος που βρέθηκε μπροστά σε ένα κράτος χωρίς κανονική λειτουργία, ο Καποδίστριας, γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι δεν υπήρχε χρόνος για πολυτέλειες. Στις επιστολές των πρώτων μηνών του 1828 φαίνεται η αγωνία του για την κατάσταση της χώρας, καθώς σε μία από αυτές περιγράφει την εξαθλίωση του πληθυσμού και εξηγεί ότι τα χρήματα που είχε στη διάθεσή του σχεδόν είχαν ήδη εξαντληθεί, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να εξασφαλίσει αλεύρι, καλαμπόκι και άλλες προμήθειες.
Αυτό είναι το πρώτο κλειδί για να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο κυβέρνησε, αφού δεν μπορούσε να πει ότι θα οργανώσουμε πρώτα τη διοίκηση, μετά την οικονομία, μετά τη γεωργία και στο τέλος θα λύσουμε το πρόβλημα της πείνας. Η πείνα, οι πρόσφυγες, οι στρατιώτες και οι οικογένειες που είχαν χάσει τα σπίτια τους δεν περίμεναν, οπότε έπρεπε όλα να γίνουν ταυτόχρονα. Έτσι, από την πρώτη του χρονιά, η διακυβέρνηση του Καποδίστρια μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια να επισκευαστεί ένα πλοίο ενώ αυτό βρίσκεται ακόμη στη θάλασσα παρά με κανονική διοίκηση μιας οργανωμένης χώρας.
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή: ποιος κυβερνά;
Ο Καποδίστριας βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα πολιτικό σύστημα που είχε δημιουργηθεί μέσα στις συνθήκες της Επανάστασης. Το 1828 έπρεπε να αποφασίσει εάν θα συνέχιζε να κυβερνά μέσα σε εκείνο το πλαίσιο ή εάν θα συγκέντρωνε προσωρινά μεγαλύτερη εξουσία ώστε να μπορεί να επιβάλει ενιαίες αποφάσεις. Για τον λόγο αυτό, τον Ιανουάριο ανεστάλη η λειτουργία της Βουλής και του Συντάγματος της Τροιζήνας και δημιουργήθηκε το Πανελλήνιο ως συμβουλευτικό σώμα, με αποτέλεσμα η εξουσία να συγκεντρωθεί έτσι πολύ περισσότερο γύρω από τον Κυβερνήτη.
Ο Καποδίστριας πίστευε ότι έπρεπε πρώτα να δημιουργηθεί η κρατική μηχανή και μετά να λειτουργήσει ομαλά ο συνταγματικός βίος, ενώ οι αντίπαλοί του φοβούνταν ακριβώς το αντίστροφο: ότι εάν η εξουσία συγκεντρωνόταν υπερβολικά, η νέα Ελλάδα θα αποκτούσε κράτος χωρίς αρκετή πολιτική ελευθερία. Η σύγκρουση αυτή δεν θα λυνόταν μέσα στο 1828, όμως οι ρίζες της βρίσκονται ήδη εκεί, γιατί ο Κυβερνήτης έπρεπε να περιορίσει την ανεξαρτησία πολλών τοπικών κέντρων εξουσίας και να δημιουργήσει μία κεντρική διοίκηση που θα μπορούσε να φτάνει πέρα από τα όρια μιας πόλης ή μιας επαρχίας, ώστε η Ελλάδα να αρχίσει επιτέλους να λειτουργεί ως ένα ενιαίο κράτος.
Δεν αρκούσε ο Κυβερνήτης — χρειαζόταν μηχανή
Το επόμενο πρόβλημα ήταν πολύ πρακτικό, καθώς ένας άνθρωπος, ακόμη και ο πιο ικανός, δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνος του μια χώρα, αφού χρειάζονται γραφεία, αρχεία, υπάλληλοι, διοικητές, δικαστές, οικονομικοί μηχανισμοί και άνθρωποι που να μεταφέρουν μια απόφαση από το Ναύπλιο ή την Αίγινα μέχρι το πιο απομακρυσμένο χωριό. Ο Καποδίστριας άρχισε επομένως να δημιουργεί αυτή τη διοικητική αλυσίδα και προσπάθησε να απομακρύνει μέρος της εξουσίας από τους τοπικούς παράγοντες που είχαν συνηθίσει να διοικούν τις περιοχές τους με τρόπους που είχαν διαμορφωθεί μέσα στον Αγώνα. Αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν απαραίτητα εχθροί της Ελλάδας και μάλιστα πολλοί είχαν πολεμήσει σκληρά γι' αυτήν, έχοντας αποκτήσει μεγάλη δύναμη μέσα στον πόλεμο. Τώρα όμως ο πόλεμος τελείωνε και το κράτος ζητούσε κάτι εντελώς διαφορετικό: να υπακούουν όλοι σε μία κεντρική διοίκηση, και ακριβώς εκεί άρχισε να αλλάζει η λεπτή αυτή ισορροπία.
Δικαιοσύνη: το κράτος έπρεπε να μπει ανάμεσα στους ανθρώπους και στα όπλα
Μία χώρα δεν γίνεται κράτος μόνο όταν αποκτά κυβέρνηση, αλλά γίνεται κράτος όταν ο πολίτης μπορεί να προσφύγει σε μια αρχή για μια διαφορά του και δεν χρειάζεται πια να πάρει το όπλο. Ο Καποδίστριας έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη δημιουργία δικαστηρίων και στην οργάνωση της δικαιοσύνης, προσπάθεια η οποία περιλάμβανε και την εισαγωγή οργανωμένων κανόνων πολιτικής δικονομίας. Για τον άνθρωπο της υπαίθρου αυτό είχε τεράστια σημασία, καθώς μια διαφορά για ένα χωράφι, ένα χρέος, ένα ζώο, μία κληρονομιά, ένα σπίτι ή ένα δικαίωμα, μπορούσαν εύκολα στην επαναστατική κοινωνία να μετατραπούν σε προσωπική σύγκρουση. Στο κράτος όμως έπρεπε να υπάρχει άλλος δρόμος, και ο δρόμος αυτός ήταν το δικαστήριο.
Η ασφάλεια της υπαίθρου
Υπήρχε όμως ένα ακόμη πρόβλημα, αφού ο άνθρωπος δεν μπορεί να καλλιεργήσει όταν φοβάται ότι θα χάσει τη σοδειά του, δεν μπορεί να ταξιδέψει με εμπορεύματα όταν φοβάται τους ληστές, δεν μπορεί να στείλει προϊόντα σε ένα λιμάνι όταν η διαδρομή είναι επικίνδυνη και δεν μπορεί να αφήσει τις κυψέλες του σε μια απομακρυσμένη περιοχή όταν δεν αισθάνεται ότι υπάρχει στοιχειώδης προστασία της περιουσίας του. Η καταπολέμηση της ληστείας και της πειρατείας επομένως δεν ήταν μόνο θέμα δημόσιας τάξης, αλλά ήταν ένα βαθιά οικονομικό μέτρο, καθώς η ασφάλεια αποτελούσε την κύρια προϋπόθεση της παραγωγής. Ο Καποδίστριας προσπάθησε να οργανώσει τακτικότερες ένοπλες δυνάμεις και να απομακρύνει σταδιακά την κρατική βία από την προσωπική εξουσία των τοπικών αρχηγών, ενώ παράλληλα οργανώθηκαν προσπάθειες για την αντιμετώπιση της πειρατείας. Εδώ ακριβώς φαίνεται η σύνδεση όλων των κομματιών, διότι χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει εμπόριο, χωρίς εμπόριο δεν υπάρχει αγορά, χωρίς αγορά η παραγωγή μένει φτωχή και χωρίς παραγωγή το κράτος δεν μπορεί να εισπράξει έσοδα.
Τα χρήματα που δεν υπήρχαν
Κάπου εδώ φτάνουμε στον πυρήνα του προβλήματος, αφού το μεγάλο ερώτημα ήταν πώς θα πλήρωνε όλα αυτά το κράτος. Ο Καποδίστριας δεν είχε ένα πλούσιο δημόσιο ταμείο, καθώς είχε ανάγκες τεράστιες και έσοδα μικρά. Στις αρχές του 1828 υπολόγιζε ότι η χώρα διέθετε περίπου δέκα εκατομμύρια στρέμματα γης που μπορούσαν να καλλιεργηθούν, ενώ τα κρατικά έσοδα ήταν εξαιρετικά περιορισμένα σε σχέση με τις ανάγκες. Στο δικό του οικονομικό σκεπτικό, η λέξη που επανέρχεται συνεχώς είναι η εργασία, διότι η γη υπήρχε και οι άνθρωποι υπήρχαν, αλλά για να κινηθεί η παραγωγή χρειάζονταν κεφάλαια. Αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από το να πούμε απλώς ότι ο Καποδίστριας ήταν οικονομολόγος, καθώς είχε μπροστά του μια χώρα με πόρους αλλά χωρίς κεφάλαιο, γεγονός που αποτελεί έναν από τους δυσκολότερους οικονομικούς συνδυασμούς.
Η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα
Στις 2 Φεβρουαρίου 1828 ιδρύθηκε η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, με τον Γεώργιο Σταύρου στη διοίκησή της και με τη συμμετοχή κεφαλαίων που συνδέονταν με τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον Εϋνάρδο και άλλους υποστηρικτές της ελληνικής υπόθεσης. Ο σκοπός της ήταν πολύ μεγαλύτερος από την απλή αποθήκευση χρημάτων, αφού χρειαζόταν ένας οικονομικός θεσμός που θα μπορούσε να συγκεντρώσει κεφάλαια και να δώσει στην οικονομία κάποια μορφή πιστωτικού μηχανισμού. Ο Καποδίστριας είχε μεγάλες προσδοκίες από την τράπεζα και σε επιστολή του προς τον Εϋνάρδο τον Μάρτιο του 1828 τον παρακαλούσε να την ενισχύσει και να προσελκύσει κεφάλαια και μετόχους, συνδέοντας μάλιστα την οικονομική της επιτυχία με την ικανότητα της κυβέρνησης να τροφοδοτεί στρατιώτες και να δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να καλλιεργούν τη γη.
Αυτό το σημείο αξίζει να μείνει στην ιστορία, διότι ο ίδιος ο Καποδίστριας συνέδεε στο μυαλό του την τράπεζα με το χωράφι και δεν έβλεπε την οικονομία ως κάτι ξεχωριστό από την παραγωγή. Η αλυσίδα «Χρήματα → εργαλεία → καλλιέργεια → παραγωγή → εισόδημα → φόροι → κράτος» ήταν το βασικό του σχέδιο.
Το νόμισμα της νέας Ελλάδας
Μέχρι τότε η οικονομική ζωή λειτουργούσε με νομίσματα διαφορετικής προέλευσης, όμως ένα κράτος χρειάζεται τη δική του νομισματική ταυτότητα. Το 1828 οργανώθηκε το Εθνικό Νομισματοκοπείο και θεσμοθετήθηκε ο Φοίνικας ως εθνικό νόμισμα, αλλά δεν θα κάνουμε το λάθος που κάνουν πολλές σύντομες αφηγήσεις και να γράψουμε ότι ο Καποδίστριας άρχισε να κυκλοφορεί τον Φοίνικα μέσα στο 1828. Η κυκλοφορία του αργυρού Φοίνικα τοποθετείται τελικά τον Οκτώβριο του 1829, καθώς το 1828 είναι απλώς η χρονιά της οργάνωσης του νομισματικού μηχανισμού και της προσπάθειας να αποκτήσει το νέο κράτος δικό του νόμισμα. Αυτή η λεπτομέρεια έχει τεράστια σημασία, γιατί ο Καποδίστριας δεν έκανε μέσα σε λίγους μήνες όσα του αποδίδονται εκ των υστέρων, μιας και τα έργα του είχαν χρόνο γέννησης, χρόνο οργάνωσης και χρόνο εφαρμογής, και εμείς θα τα κρατήσουμε στη σωστή τους σειρά.
Ο άνθρωπος και το ψωμί
Όμως, ενώ η κυβέρνηση έφτιαχνε τράπεζα και νομισματικό σύστημα, ο κόσμος έπρεπε να φάει. Στις αρχές του 1828 ο Καποδίστριας έδινε εντολές για την αγορά μεγάλων ποσοτήτων αλεύρου και καλαμποκιού, την ίδια ώρα που τα προσωπικά του χρήματα που είχε διαθέσει για τις πρώτες ανάγκες εξαντλούνταν γρήγορα. Αυτό μας αποκαλύπτει μία πλευρά του πρώτου χρόνου που συχνά χάνεται πίσω από τα μεγάλα έργα, δείχνοντας ότι ο Κυβερνήτης δεν διοικούσε μόνο με διατάγματα, αλλά έπρεπε να βρει φαγητό και να αγοράσει σιτηρά από το εξωτερικό. Αυτό όμως δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα, καθώς η Ελλάδα έπρεπε επειγόντως να αρχίσει να παράγει, και κάπως έτσι φτάνουμε στο χωράφι.
Η μεγάλη δοκιμή της πατάτας
Η πατάτα δεν εμφανίστηκε στην Ελλάδα ως κάποιο τυχαίο παράξενο φυτό που αποφάσισε ο Κυβερνήτης να δοκιμάσει για να αλλάξει τη διατροφή των Ελλήνων, καθώς ο Καποδίστριας την αντιμετώπισε εξαρχής ως εργαλείο επισιτισμού. Τον Φεβρουάριο του 1828 έδινε εντολές να συνεχιστούν οι εργασίες διάνοιξης δρόμου και παράλληλα να οργωθούν τα χωράφια της Αίγινας όπου θα σπέρνονταν πατάτες, ενώ ακόμη και η ημερήσια διανομή ψωμιού στους εργάτες ρυθμιζόταν από την κυβέρνηση, ώστε η έλλειψη τροφίμων να μη σταματήσει το έργο. Τον Μάρτιο ο Καποδίστριας ενημέρωνε τον Εϋνάρδο ότι το μεγάλο χωράφι στην Αίγινα είχε ήδη προετοιμαστεί υπό την καθοδήγηση του γεωπόνου Στίβενσον και, εάν υπήρχε αρκετός πατατόσπορος, υπολόγιζε ότι η παραγωγή θα μπορούσε να θρέψει περίπου 12.000 ανθρώπους για έναν χρόνο. Επειδή όμως το φορτίο από το Λίβερπουλ καθυστερούσε, φρόντισε να αγοραστούν πατάτες από τη Σύρο και αλλού ώστε να μη χαθεί η καλλιεργητική περίοδος.
Αυτό είναι πραγματικό τεκμήριο, και δίπλα σε αυτό μπορούμε να κρατήσουμε και την προφορική παράδοση, εκείνη που λέει πως, όταν ο κόσμος δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τις πατάτες, ο Καποδίστριας έβαλε στρατιώτες να τις φυλάνε και τελικά άφησε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ήταν κάτι πολύτιμο, ώστε ο κόσμος να θελήσει να τις αποκτήσει. Δεν έχουμε πρωτογενές έγγραφο που να αποδεικνύει τη σκηνή, οπότε δεν θα την παρουσιάσουμε ως βεβαιωμένο γεγονός, αλλά θα την κρατήσουμε ως λαϊκή μνήμη ενός πραγματικού γεγονότος: ότι ο Κυβερνήτης επέμενε με ασυνήθιστο ζήλο να μπει η πατάτα στην ελληνική γεωργία. Και ίσως αυτό είναι πιο όμορφο, γιατί η ιστορία του κράτους βρίσκεται στα έγγραφα, αλλά η ιστορία του λαού βρίσκεται πολλές φορές και στις ιστορίες που επέλεξε ο ίδιος να θυμάται.
Δεν ήθελε μόνο πατάτες
Ο Καποδίστριας δεν πέρασε το 1828 φυτεύοντας πατάτες, αλλά προσπαθούσε να αλλάξει ολόκληρη την παραγωγική βάση. Ζήτησε γεωργικά εργαλεία, ακόμη και τσάπες, και έδωσε τεράστια σημασία στην αποκατάσταση των κατεστραμμένων δέντρων. Σε επιστολή του προς τον Εϋνάρδο τον Απρίλιο του 1828 μιλά για τις ανάγκες της πατατοκαλλιέργειας, αλλά αμέσως μετά περνά στο πρόγραμμα δενδροφυτεύσεων στην Πελοπόννησο, όπου οι πολεμικές καταστροφές είχαν αφήσει σοβαρό πλήγμα στο φυτικό κεφάλαιο της χώρας.
Και δεν ήταν μόνο θέμα περιβάλλοντος, διότι ένα δέντρο σημαίνει καρπό και ορισμένα δέντρα σημαίνουν εμπόριο, όπως η μουριά που σημαίνει δυνατότητα ανάπτυξης της σηροτροφίας, η ελιά που σημαίνει λάδι, το αμπέλι που σημαίνει κρασί, το δάσος που σημαίνει ξυλεία και τα άνθη που σημαίνουν βοσκή για τις μέλισσες. Η γεωργία δεν ήταν για τον Καποδίστρια ένα μεμονωμένο υπουργείο, αλλά αποτελούσε την πραγματική οικονομική ραχοκοκαλιά της χώρας.
Και οι μουριές είχαν τη δική τους ιστορία
Τον Μάρτιο του 1828 ο Καποδίστριας ζητούσε να αγοραστούν και να φυτευτούν χιλιάδες μουριές, περίπου 10.000–12.000 δέντρα, κατά μήκος των δρόμων και γύρω από τις καλλιεργούμενες εκτάσεις. Η επιλογή αυτή δεν ήταν καθόλου τυχαία, καθώς η Ελλάδα είχε τις προϋποθέσεις να παράγει μετάξι, το οποίο αποτελούσε ένα προϊόν με κατά πολύ μεγαλύτερη εμπορική αξία από πολλά βασικά αγροτικά προϊόντα. Ο Καποδίστριας επομένως προσπαθούσε να πετύχει κάτι εξαιρετικά δύσκολο, δηλαδή να καλύψει ταυτόχρονα την άμεση ανάγκη της ημέρας αλλά και την οικονομία της επόμενης δεκαετίας, αφού η πατάτα αποτελούσε την άμεση τροφή, ενώ η μουριά ήταν μια μακροπρόθεσμη επένδυση. Ανάμεσα στα δύο όμως βρισκόταν ακριβώς η ίδια λογική: να αρχίσει η Ελλάδα, με κάθε τρόπο, να παράγει ξανά.
Η γεωργία χρειαζόταν και γνώση
Ο Καποδίστριας δεν θεωρούσε ότι αρκεί απλώς να πεις στον αγρότη να φυτέψει, καθώς γνώριζε καλά ότι χρειάζονταν άνθρωποι που κατείχαν καλύτερες καλλιεργητικές μεθόδους. Για τον λόγο αυτό, ο γεωπόνος Στίβενσον ανέλαβε σημαντικό ρόλο στις γεωργικές προσπάθειες της Αίγινας και άλλων περιοχών, με αποτέλεσμα το 1828 να οργανωθούν συστηματικές γεωργικές εργασίες στην Αίγινα και στην Απάθεια, με κύριο σκοπό να εξασφαλιστεί τροφή για τις προσφυγικές οικογένειες γύρω από την Αίγινα και τον Πόρο. Αυτό αποτελεί ένα από τα πιο ανθρώπινα σημεία της πολιτικής του, καθώς ο Κυβερνήτης δεν μιλούσε αόριστα για ανάπτυξη, αλλά έβλεπε συγκεκριμένους ανθρώπους, οικογένειες προσφύγων που δεν είχαν δική τους παραγωγή, χωράφια που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, εργασία που έπρεπε να γίνει και τροφή που μπορούσε να παραχθεί, αποδεικνύοντας πώς είναι ένα κράτος όταν τελικά κατεβαίνει από το χαρτί και φτάνει στο χώμα.
Ο Καποδίστριας ήθελε να ξέρει πόσοι είμαστε και τι έχουμε
Ένα από τα λιγότερο εντυπωσιακά αλλά σημαντικότερα έργα του πρώτου χρόνου ήταν η προσπάθεια να αποκτήσει η διοίκηση πραγματική γνώση για τη χώρα, καθώς δεν μπορείς να φορολογήσεις σωστά εάν δεν ξέρεις τι παράγεται, δεν μπορείς να οργανώσεις σχολεία εάν δεν ξέρεις πού βρίσκονται τα παιδιά, δεν μπορείς να σχεδιάσεις γεωργική πολιτική εάν δεν ξέρεις ποια γη καλλιεργείται και δεν μπορείς να μοιράσεις πόρους εάν δεν γνωρίζεις πόσοι άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Γι' αυτόν τον λόγο άρχισαν να συγκεντρώνονται συστηματικά στατιστικά στοιχεία για τον πληθυσμό, τη γεωργία και την οικονομική κατάσταση της χώρας, με αποτέλεσμα οι «Στατιστικαί Παρατηρήσεις» του 1828–1830 να αποτελούν σήμερα ένα πολύτιμο παράθυρο στην προσπάθεια εκείνη. Ο Καποδίστριας προσπαθούσε να κάνει κάτι που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο, δηλαδή να διοικεί με στοιχεία, γεγονός που για τα δεδομένα της εποχής αποτελούσε μια τεράστια αλλαγή.
Οι φτωχοί δεν έπρεπε απλώς να πάρουν ελεημοσύνη
Εδώ ακριβώς βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της κοινωνικής του πολιτικής, καθώς ο Καποδίστριας αντιμετώπιζε μεν την ακραία φτώχεια με άμεση βοήθεια, αλλά ταυτόχρονα προτιμούσε, όπου αυτό ήταν δυνατό, η στήριξη να συνδέεται άμεσα με την προσφορά εργασίας. Σε έγγραφο του Αυγούστου 1828 αναφέρεται καθαρά η αντίληψή του ότι οι φτωχοί δεν έπρεπε να συντηρούνται απλώς με ελεημοσύνη, αλλά να ενισχύονται ουσιαστικά μέσα από την εργασία σε δημόσια έργα. Το ίδιο τεκμήριο αναφέρει ότι εκατοντάδες φτωχές γυναίκες εργάζονταν για να κερδίσουν το ψωμί τους σε έργα που συνδέονταν με το Ορφανοτροφείο, ενώ αντίστοιχη λογική εφαρμοζόταν με συνέπεια και σε άλλες περιοχές. Αυτό μας αποκαλύπτει μία ολόκληρη φιλοσοφία, αφού ο Κυβερνήτης δεν ήθελε να δημιουργήσει μια κοινωνία ανθρώπων που θα περίμεναν μόνιμα βοήθεια από το κράτος, αλλά ήθελε η κρατική πρόνοια να γίνει μια γέφυρα προς την εργασία, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό σε μια χώρα όπου η ανεργία, η προσφυγιά και η καταστροφή είχαν δημιουργήσει τεράστια κοινωνική πίεση.
Τα ορφανά του Αγώνα
Μέσα σε αυτή την κοινωνία υπήρχε μία βαθιά πληγή που δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να αγνοηθεί, και αυτή ήταν τα παιδιά, καθώς ο πόλεμος είχε αφήσει ορφανά παντού, στα στρατόπεδα, στους δρόμους, σε σπίτια συγγενών και σε κοινότητες που μετά βίας μπορούσαν να θρέψουν τους δικούς τους ανθρώπους. Ο Καποδίστριας είχε ήδη ασχοληθεί με την περίθαλψη των ορφανών και υπήρχαν προηγούμενες προσπάθειες φιλοξενίας τους, μεταξύ άλλων στον Πόρο, όμως το μεγάλο Ορφανοτροφείο της Αίγινας άρχισε να ανεγείρεται το 1828 και ολοκληρώθηκε το 1829. Αυτό το οικοδόμημα δεν ήταν απλώς ένα ίδρυμα στέγασης, αλλά λειτουργούσε ως σχολείο, ως εργαστήριο και ως μια συστηματική προσπάθεια επαγγελματικής προετοιμασίας, αποτελώντας έναν τρόπο να πάρει το κράτος παιδιά που είχαν κληρονομήσει τη φρίκη του πολέμου και να τους δώσει μια θέση στην ειρηνική κοινωνία. Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο φιλόδοξα έργα του Καποδίστρια, γιατί ένα ορφανό παιδί δεν είναι μόνο ένας άνθρωπος που χρειάζεται σήμερα φαγητό, αλλά είναι κυρίως ένας αυριανός, χρήσιμος πολίτης.
Το σχολείο έπρεπε να φτάσει και στο χωριό
Η εκπαίδευση ήταν το επόμενο μεγάλο μέτωπο και εδώ ο Καποδίστριας δεν ξεκίνησε από το πανεπιστήμιο, αλλά προτίμησε να ξεκινήσει από τα βασικά, δηλαδή την ανάγνωση, τη γραφή και την αριθμητική. Η αλληλοδιδακτική μέθοδος επέτρεπε να λειτουργούν σχολεία ακόμη και όταν δεν υπήρχαν αρκετοί δάσκαλοι, ενώ η κυβέρνηση προσπαθούσε να δημιουργήσει σταδιακά ένα σταθερό δίκτυο στοιχειώδους εκπαίδευσης. Το Ψηφιακό Αρχείο καταγράφει την έμφαση του Κυβερνήτη στην εκπαίδευση των παιδιών και στην προετοιμασία νέων δασκάλων, με το Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας να αρχίζει να λειτουργεί μέσα στο 1828, αποτελώντας μέρος αυτής της ευρύτερης εκπαιδευτικής προσπάθειας.
Και πίσω από όλα αυτά υπήρχε ο δρόμος
Υπάρχει ένας θεσμός που συνήθως δεν προκαλεί συγκίνηση όταν γράφουμε ιστορία, και αυτός είναι ο δρόμος, ο οποίος όμως για τον αγρότη σημαίνει σχεδίου τα πάντα. Εάν ο δρόμος είναι κακός, το προϊόν δεν φτάνει στην αγορά, πράγμα που σημαίνει ότι ο παραγωγός παίρνει χαμηλή τιμή, ενώ εάν η μεταφορά κοστίζει πολύ, δεν συμφέρει πλέον να παράγει και εγκαταλείπει το χωράφι, οδηγώντας τη χώρα στο να εισάγει τρόφιμα. Ο Καποδίστριας το καταλάβαινε απόλυτα αυτό, γι' αυτό και στις επιστολές του 1828 βρίσκουμε επανειλημμένα συνδεδεμένα τα έργα οδοποιίας με τις γεωργικές εργασίες. Στην Αίγινα, για παράδειγμα, ζητά να συνεχιστεί η διάνοιξη του δρόμου την ίδια στιγμή που προετοιμάζονται τα χωράφια για την πατάτα, αποδεικνύοντας ότι δεν επρόκειτο για δύο διαφορετικά έργα, αλλά για ένα και μοναδικό: να μπορέσει η παραγωγή να κινηθεί.
Τι σήμαινε αυτό για τη μελισσοκομία;
Ο Καποδίστριας δεν δημιούργησε το 1828 κάποιο μεγάλο ειδικό πρόγραμμα για τους μελισσοκόμους που να μπορούμε να του αποδώσουμε χωρίς επιφύλαξη, και φυσικά δεν πρόκειται να το επινοήσουμε, όμως η μελισσοκομία βρισκόταν αναγκαστικά μέσα στο ίδιο παραγωγικό τοπίο. Όταν φυτεύονται δέντρα, αλλάζει ριζικά το αγροτικό περιβάλλον και όταν καλλιεργούνται ξανά τα χωράφια, αλλάζει η διαθεσιμότητα τροφής, ενώ την ίδια στιγμή, όταν περιορίζεται η ανασφάλεια, ο μελισσοκόμος μπορεί επιτέλους να αφήσει τις κυψέλες του μακριά από το σπίτι.
Επιπλέον, όταν ανοίγουν δρόμοι, υπάρχει η δυνατότητα να μεταφέρει με ασφάλεια τις κυψέλες και το μέλι του, ενώ με τη δημιουργία αγοράς και σταθερού νομίσματος, το εμπόριο του μελιού αποκτά ένα πολύ πιο στέρεο πλαίσιο. Ακόμη και η μόρφωση του αγροτικού πληθυσμού βοηθά στο να μεταφερθεί ευκολότερα η νέα γεωργική γνώση. Ο Καποδίστριας επομένως δεν χρειάζεται να έχει υπογράψει ένα ειδικό διάταγμα με τίτλο «περί μελισσοκομίας» για να επηρεάσει τη ζωή του κλάδου, καθώς με τις πράξεις του έχτιζε το περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσε να ξαναζήσει και να αναπτυχθεί η παραγωγή.
Ο στρατός έπρεπε να γίνει κρατικός
Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πολεμική περίοδο και ο Καποδίστριας δεν μπορούσε να αφήσει τους αγωνιστές απλώς να επιστρέψουν στα σπίτια τους χωρίς να έχει λυθεί οριστικά το ζήτημα της ασφάλειας, οπότε έπρεπε να δημιουργήσει μια ένοπλη δύναμη που να υπάγεται απευθείας στο κράτος. Έτσι, άρχισε η συγκρότηση τακτικού στρατού και ιδρύθηκε ο Λόχος των Ευελπίδων, ο οποίος θα αποτελούσε τον πυρήνα της μελλοντικής στρατιωτικής εκπαίδευσης της χώρας. Εδώ όμως υπήρχε ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα, καθώς ο αγωνιστής είχε μάθει να πολεμά έχοντας τον δικό του αρχηγό, ενώ το κράτος του έλεγε τώρα ότι δεν πολεμά για τον καπετάνιο του, αλλά οφείλει να πολεμά ως στρατιώτης της Ελλάδας. Αυτή η μετάβαση ήταν πραγματικά τεράστια και, όπως ήταν φυσικό, δεν θα γινόταν χωρίς έντονες τριβές.
Το κράτος απέναντι στις παλιές εξουσίες
Ακριβώς εδώ βρίσκεται ο σπόρος της μεγάλης πολιτικής σύγκρουσης που θα έρθει αργότερα, αφού ο Καποδίστριας χρειαζόταν κεντρική εξουσία, την ίδια στιγμή που οι τοπικοί ισχυροί είχαν μάθει να ασκούν εξουσία αποκλειστικά μέσα στις δικές τους περιοχές. Ο Κυβερνήτης ήθελε κρατικό στρατό, αλλά οι οπλαρχηγοί είχαν δικά τους σώματα, ενώ παράλληλα εκείνος επιδίωκε κρατικά έσοδα, αλλά οι τοπικές κοινωνίες είχαν τις δικές τους, ξεχωριστές οικονομικές συνήθειες.
Ο Καποδίστριας ήθελε μια ενιαία διοίκηση, όμως οι παλιοί παράγοντες είχαν συνηθίσει να διαπραγματεύονται αυτόνομα με την κεντρική εξουσία, επομένως δεν ήταν καθόλου παράξενο που δημιουργήθηκε ισχυρή αντίσταση. Και εδώ πρέπει να είμαστε απόλυτα δίκαιοι, καθώς ο Καποδίστριας δεν συγκρούστηκε με ανθρώπους που ήταν απλώς κακοί, αλλά συγκρούστηκε με ανθρώπους που είχαν πραγματική δύναμη, με αποτέλεσμα η δημιουργία του κράτους να σημαίνει αναπόφευκτα ότι ένα μέρος αυτής της δύναμης θα έπρεπε να περάσει από τα χέρια τους στα χέρια των θεσμών.
Ο πρώτος χρόνος δεν τελείωσε με θρίαμβο
Όταν έφτασε το τέλος του 1828, η Ελλάδα δεν είχε γίνει ξαφνικά πλούσια, δεν είχε λυθεί η φτώχεια, δεν είχε δημιουργηθεί ακόμη ένα ολοκληρωμένο οικονομικό σύστημα και δεν είχαν εξαφανιστεί οι πολιτικές αντιθέσεις. Επίσης, δεν είχαν τελειώσει οι πολεμικές επιχειρήσεις, δεν είχε λυθεί το ζήτημα των συνόρων και δεν είχε σταθεροποιηθεί πλήρως η διοίκηση, αλλά κάτι πολύ σημαντικό είχε αλλάξει. Αυτή η αλλαγή δεν ήταν θεαματική, αλλά ήταν πολύ βαθύτερη, καθώς η χώρα είχε αρχίσει πλέον να αποκτά κρατική μνήμη.
Άρχισε να καταγράφει, να μετρά, να εισπράττει, να δικάζει, να διδάσκει, να εκδίδει αποφάσεις, να οργανώνει στρατό, να σχεδιάζει δρόμους, να καλλιεργεί, να δημιουργεί οικονομικούς θεσμούς, να προστατεύει ορφανά και να δημιουργεί σχολεία. Το κυριότερο όμως ήταν ότι άρχισε επιτέλους να σκέφτεται πώς θα τραφεί αύριο και όχι μόνο πώς θα βρει ψωμί σήμερα, και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή του 1828.
Το Χρονικό της Κυψέλης
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή μιας κυψέλης που δεν φαίνεται σε κανέναν έξω από αυτήν, η στιγμή που οι μέλισσες, έχοντας περάσει έναν δύσκολο χειμώνα, αρχίζουν να ξαναχτίζουν. Δεν βλέπεις τότε μέλι, δεν βλέπεις ακόμη γεμάτα πλαίσια και δεν βλέπεις την κυψέλη να βαραίνει από την παραγωγή, αλλά βλέπεις κερί, λίγο λίγο, μία μικρή επιφάνεια τη μία μέρα και άλλη μία την επόμενη. Μέσα σε αυτό το κερί αρχίζει να δημιουργείται ο χώρος όπου θα γεννηθεί ο γόνος, θα αποθηκευτεί η τροφή και θα στηριχθεί ολόκληρη η μελλοντική ζωή του σμήνους.
Το 1828 η Ελλάδα έκανε κάτι ανάλογο, αφού δεν γέμισε ακόμη τα κελιά της με πλούτο, αλλά έφτιαξε κηρήθρες στη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, το νόμισμα, την τράπεζα, το σχολείο, τον στρατό, τους δρόμους, τη γεωργία, τα δημόσια έργα και το Ορφανοτροφείο. Πίσω από όλα αυτά μπήκε ένας νέος τρόπος σκέψης: ότι η χώρα δεν θα μπορούσε να ζήσει αιώνια από την εξωτερική βοήθεια και τις θυσίες των ανθρώπων της, αλλά έπρεπε να παράγει, να εργαστεί, να μάθει, να οργανωθεί και να σταθεί μόνη της. Ο Καποδίστριας δεν πρόλαβε να δει αυτή την κυψέλη γεμάτη μέλι και ίσως αυτό είναι ένα από τα πιο τραγικά στοιχεία της ιστορίας του, γιατί ο πρώτος του χρόνος δεν ήταν το τέλος μιας προσπάθειας, αλλά η ίδια της η αρχή.
Και τώρα αρχίζει η πραγματική δοκιμασία
Το 1828 ο Καποδίστριας είχε κατορθώσει να βάλει τα πρώτα δοκάρια, όμως το 1829 θα έπρεπε πλέον να αποδείξει αν αυτά μπορούσαν να στηρίξουν ένα ολόκληρο οικοδόμημα. Στο νέο αυτό έτος θα έρθει η επίσημη κυκλοφορία του Φοίνικα, θα προχωρήσει η οργάνωση της διοίκησης, θα ολοκληρωθεί το Ορφανοτροφείο, θα συνεχιστεί η γεωργική προσπάθεια και θα προχωρήσει η εκπαίδευση. Παράλληλα, θα ολοκληρωθεί ο Αγώνας στη Στερεά Ελλάδα και θα αλλάξει ριζικά το διπλωματικό τοπίο. Όσο όμως το κράτος θα γίνεται ισχυρότερο, τόσο θα μεγαλώνει και η αντίσταση εκείνων που αισθάνονται ότι η νέα Ελλάδα τούς παίρνει από τα χέρια έναν κόσμο που είχαν μάθει τόσα χρόνια να κυβερνούν αυτόνομα.
Ο Καποδίστριας είχε καταφέρει το πρώτο και ίσως δυσκολότερο βήμα, δηλαδή να αρχίσει να υπάρχει κράτος εκεί όπου μέχρι χθες υπήρχε κυρίως Αγώνας, τώρα όμως έπρεπε να κυβερνήσει αυτό το κράτος και η ιστορία θα του ζητούσε να πληρώσει πολύ ακριβά το τίμημα. Αυτό θα συνέβαινε γιατί ο άνθρωπος που μπορεί να οργανώσει υποδειγματικά ένα κράτος δεν είναι πάντοτε ο ίδιος άνθρωπος που μπορεί να κάνει όλους όσους ζουν μέσα του να συμφωνήσουν με τον τρόπο που το οργανώνει.
Κάπου εκεί λοιπόν, πίσω από τις αποφάσεις, τις τράπεζες, τα σχολεία, τα χωράφια και τους δρόμους, άρχιζε να σχηματίζεται η μεγάλη σύγκρουση που θα οδηγούσε τελικά στην τραγωδία. Ο Καποδίστριας είχε αρχίσει να χτίζει την Ελλάδα, αλλά η Ελλάδα που έχτιζε δεν ήταν ίδια με την Ελλάδα που είχε πολεμήσει, και αυτό ακριβώς θα ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα αντιμετώπιζε στη συνέχεια.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Melissicosmos
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου